Η στεγαστική κρίση και οι μύθοι της | Θέσεις για το στεγαστικό ζήτημα

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμπύκνωση της συζήτησης στο εσωτερικό του Shades τον Απρίλιο του 2026. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση ολοκληρωμένη. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε μια πρώτη εκδοχή του κειμένου για λόγους που σχετίζονται με τη συγκυρία.

Μια επόμενη εκδοχή θα ακολουθήσει ύστερα και από την προγραμματισμένη συνάντηση του εγχειρήματος το επόμενο διάστημα στην Αθήνα. Στόχος μας είναι να προχωρήσουμε σε μεγαλύτερη εμβάθυνση των θέσεων του εγχειρήματος πάνω σε αυτό το τόσο φλέγον ταξικό ζήτημα, όπως είναι η στεγαστική κρίση στις μεγάλες μητροπόλεις.

1. Εισαγωγή

Τις τελευταίες εβδομάδες (Απρίλιος 2026) γίναμε για ακόμη μία φορά θεατές ενός θεάτρου του παραλόγου, όπου τα συνωμοσιολογικά σενάρια συναντούν για ακόμα μια φορά τον αντισημιτισμό. Αφορμή αποτέλεσε μια επίθεση, τα ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα, σε μια γκαλερί τέχνης στου Ψυρρή, από μέχρι στιγμής αγνώστους δράστες και με άγνωστα κίνητρα [1]. Ωστόσο, η ιδιοκτήτρια της γκαλερί έσπευσε να αποδώσει τα κίνητρα της επίθεσης σε μια επιγραφή που έχει στη βιτρίνα, η οποία γράφει: «This gallery is not genocide friendly».

Όπως ήταν αναμενόμενο, διάφοροι κύκλοι της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με κύριο τον χώρο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντέδρασαν άμεσα, σπεύδοντας να εκμεταλλευτούν πολιτικά το γεγονός. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, τέτοιου είδους περιστατικά έχουν αυξηθεί, με πρόσχημα τη στεγαστική κρίση και την περαιτέρω μετατροπή της Αθήνας και άλλων μεγάλων πόλεων σε πεδία κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Αντί μιας βαθύτερης ανάλυσης για το τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα στην Αθήνα, συναντάμε και πάλι τις «αναλύσεις» περί «κακών αποικιοκρατών Εβραίων σιωνιστών» που έρχονται να πάρουν τα σπίτια «μας», καθώς και γενικότερα μορφές ενός φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού, με έντονα εθνικά και αποπροσανατολιστικά χαρακτηριστικά, που λειτουργεί, σε έναν βαθμό, ως κραυγή διαμαρτυρίας του μικρού κεφαλαίου. Τέτοιες στοχοποιήσεις είναι μια θλιβερή επανάληψη. Έρχονται πράγματι από πολύ μακριά, από τα βάθη του ιστορικού χρόνου και ανακαλούν μαύρες μνήμες από σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος. Λειτουργούν ως υπενθύμιση για το πού μπορεί να οδηγήσει η απουσία κατανόησης των καπιταλιστικών σχέσεων και η έλλειψη μεθόδου, όταν αυτή ντύνεται «αντικαπιταλιστικά».

Η πρώτη ανακοίνωση τέτοιας κατεύθυνσης προήλθε από έναν δημοτικό συνδυασμό της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και θα μας απασχολήσει σε αυτό το κείμενο. Πρόκειται για τον συνδυασμό «Ανατρεπτική Συμμαχία για την Αθήνα» [2].

Η «Ανατρεπτική Συμμαχία για την Αθήνα» είναι ο συνδυασμός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και λοιπών εξωκοινοβουλευτικών σχημάτων και φαίνεται να υιοθετεί ένα σχήμα λόγου που υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής κριτικής και μετατοπίζεται προς επικίνδυνες μορφές γενίκευσης και στοχοποίησης.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η ανάδυση ενός λόγου που πλάθει κατηγορίες όπως «εβραϊκές περιουσίες» όπου τους καθιστά εν δυνάμει στόχους, ενεργοποιώντας ένα ιστορικά φορτισμένο εθνικό φαντασιακό, στο οποίο η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα αναπαρίσταται μέσα από συνωμοσιολογικά και προσωποποιημένα σχήματα. Στο σημείο αυτό, η κριτική στην ιδιοκτησία ή στο κεφάλαιο υποχωρεί υπέρ μιας ιδεολογικής μετάθεσης, όπου αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις μεταφράζονται σε στοχοποίηση συγκεκριμένων —πραγματικών ή φαντασιακών— υποκειμένων.

Δίπλα στον συνδυασμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εμφανίζονται και διάφορες προσωπικότητες του ακαδημαϊκού χώρου [3], καθώς και ακτιβιστές. Τα άτομα αυτά προχώρησαν την συγκεκριμένη ιστορία ένα βήμα παραπέρα: δημοσίευσαν έναν χάρτη στον οποίο ισχυρίζονται ότι αποτυπώνονται τα ακίνητα των «σιωνιστών». Όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, (ακόμα και αν δεχθεί ότι τα στοιχεία του χάρτη είναι πραγματικά) τα ακίνητα αυτά είναι ελάχιστα σε αριθμό, αν αναλογιστεί το σύνολο των ακινήτων και των πολυκατοικιών στην Αθήνα. Το γεγονός αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιχείρημα.

Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία για το ποιος και με ποια κίνητρα προχώρησε στην επίθεση στη γκαλερί, γεγονός που καθιστά κάθε άμεση απόδοση ευθύνης αυθαίρετη. Ωστόσο, η συγκρότηση ενός λόγου που αφήνει να αιωρείται η ιδέα της συλλογικής ενοχοποίησης δημιουργεί το ιδεολογικό υπόστρωμα μέσα στο οποίο τέτοιες πράξεις μπορούν να νοηματοδοτηθούν ή ακόμη και να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων.

Στην ανακοίνωση της η «Ανατρεπτική Συμμαχία» υποστηρίζει ότι τα ΜΜΕ «θάβουν» το γεγονός. Έτσι με αυτό τον τρόπο ενισχύει τη συνωμοσιολογική διάσταση του λόγου. Δημιουργείται ένα κλειστό ερμηνευτικό σύστημα, στο οποίο κάθε απουσία στοιχείου επιβεβαιώνει την υπόθεση: αν δεν υπάρχουν στοιχεία, αυτό αποδίδεται σε συγκάλυψη. Με αυτόν τον τρόπο, ο λόγος αυτοθωρακίζεται απέναντι σε κάθε δυνατότητα κριτικής ή διάψευσης.

Η συγκεκριμένη ανακοίνωση της «Ανατρεπτικής Συμμαχίας» αποτελεί ένα συμπυκνωμένο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένας υποτιθέμενος «αντικαπιταλιστικός» λόγος εκτρέπεται σε ιδεολογικά και πολιτικά επικίνδυνες κατευθύνσεις. Από τη σκοπιά του Shades, το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό, αλλά βαθιά θεωρητικό και μεθοδολογικό. Ένα πρόβλημα που μπορεί να κορυφώνεται στις μέρες μας, αλλά στην πραγματικότητα είναι πυρηνικό: είναι η αντανάκλαση της συνολικής πολιτικής της Αριστεράς, μιας Αριστεράς του κεφαλαίου και του εθνικού κορμού, πλήρως ενσωματωμένης στο αστικό κράτος. Αυτή η Αριστερά, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ζητά τίποτε άλλο από την καλύτερη διαχείρισή του.

Τα προβλήματα και η επίθεση του κεφαλαίου δεν εντοπίζονται εσωτερικά, αλλά αποδίδονται σε έναν «ξένο δάκτυλο» — στην προκειμένη περίπτωση τον «σιωνιστικό» — ο οποίος μάλιστα αφήνεται να εννοηθεί ότι αποτελεί την προσωποποιημένη μορφή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δεν μπορεί παρά να μας θυμίζει κάτι αυτό ιστορικά….

Στην ίδια ανακοίνωση, ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η σύνδεση της στεγαστικής κρίσης με το «ισραηλινό τουριστικό κεφάλαιο». Αντί για μια ανάλυση των δομικών όρων της καπιταλιστικής αστικοποίησης, της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας ή της λειτουργίας της golden visa σαν μια βασική κρατική πολιτική, η ευθύνη μετατοπίζεται σε ένα εθνοποιημένο και πολιτισμικά προσδιορισμένο «Άλλο». Έτσι, η κριτική αποσπάται από το επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων και μετατρέπεται σε μια θλιβερή αφήγηση, αυτή της «εισβολής» συγκεκριμένων εθνικών, αλλά και άλλων ομάδων στη χώρα.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η ανοιχτή στοχοποίηση του τύπου: «οι σιωνιστές δεν είναι ευπρόσδεκτοι», «δολοφόνοι/βιαστές παιδιών στρατιωτικοί του IDF και οι υποστηρικτές τους». Εδώ πέρα από τον «Λίβελο του Αίματος» [4], δεν έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική καταγγελία ενός καπιταλιστικού κράτους ή μιας μιλιταριστικής μηχανής, αλλά με μια απαράδεκτη γενίκευση που μετατρέπει μια εξαιρετικά σύνθετη πραγματικότητα σε ηθικοποιημένη δαιμονολογία. Η κατηγορία διευρύνεται αδιακρίτως, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τον μηχανισμό του συγκεκριμένου κράτους αλλά και τους «υποστηρικτές», δηλαδή ένα απροσδιόριστο πλήθος ανθρώπων. Αυτή η λογική της συλλογικής ενοχοποίησης είναι δομικά συγγενής με μορφές του αντισημιτικού λόγου, ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται με «αντιπολεμική» επικάλυψη.

Η αναφορά περί «αγοράς ακινήτων από Ισραηλινούς» και η σύνδεσή της με έναν υποτιθέμενο ενιαίο σχεδιασμό («έχουν κατακλύσει», «σχεδόν ολοκληρωτική εξαγορά») ενεργοποιεί ένα ιστορικά φορτισμένο εθνικό-λαϊκό φαντασιακό. Η οικονομική δραστηριότητα συγκεκριμένων επενδυτών μεταφράζεται σε μια εθνική ιδεολογική αφήγηση, αυτής περί οργανωμένης κατάκτησης του ελλαδικού χώρου από τους κακούς «αποικιοκράτες».

2. Φετιχοποιημένος Αντικαπιταλισμός και στεγαστικό ζήτημα

Η πολιτική της εγχώριας αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και των διαφόρων ακαδημαϊκών μικροπολιτικών χώρων είναι η πολιτική μιας εντελώς διαστρεβλωμένης πραγματικότητας, όπου κυριαρχεί η Ιδεολογία. Οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας προσωποποιούνται και αποδίδονται σε έναν «Άλλο», ο οποίος συγκροτεί τον φορέας μιας υποτιθέμενης κρυφής ισχύος. Η λογική της συλλογικής ευθύνης, καθώς και πρακτικές όπως το συμβολικό «μαρκάρισμα» καταστημάτων σε αυτό τον κατάπτυστο χάρτη που είδε το φως της δημοσιότητας στα μέσα της κοινωνικής δικτύωσης, δεν αποτελούν απλώς τις ρητορικές υπερβολές μιας αριστεράς που βρίσκεται σε απόλυτη πολιτική παρακμή και πορεία εξαφάνισης, αλλά ιστορικά καθορισμένες μορφές του κοινωνικού αποκλεισμού που ιστορικά έχουν συνδεθεί με τις πιο βίαιες εκφάνσεις του αντισημιτισμού.

Υπό αυτή την έννοια, ένα κείμενο παρέμβασης από πλευράς μας δεν θα μπορούσε να περιοριστεί σε ενός τύπου ηθική καταγγελία ή στην «σφαίρα των δικαιωμάτων» όπως συναντάμε σε άλλες ανακοινώσεις, αλλά οφείλει να πάει την συζήτηση πιο πέρα και να αναδείξει τη δομική λειτουργία αυτής της πολιτικής μορφής: τον τρόπο με τον οποίο μετατοπίζουν την κριτική από τις κοινωνικές σχέσεις προς φαντασιακούς εχθρούς, αναπαράγοντας έτσι, στο επίπεδο της Ιδεολογίας, τα ίδια σχήματα που ιστορικά συγκρότησαν τον αντισημιτισμό στην νεωτερικότητα.

Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η άμεση στοχοποίηση του υποτιθέμενου «σιωνιστικού κεφαλαίου» στην αγορά ακινήτων της Αθήνας δεν λειτουργεί μονάχα αποπροσανατολιστικά, αλλά είναι και ένας ιδεολογικός μηχανισμός εκτόνωσης και συγκάλυψης των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων, των σοβαρών προβλημάτων που έχουν οξυνθεί από την επίθεση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους και της κυβέρνησης του (ΝΔ). Πρόκειται για μια μορφή φετιχοποίησης και προβολής, όπου οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης προσωποποιούνται σε έναν φαντασιακό «άλλο», απαλλάσσοντας έτσι το εγχώριο κεφάλαιο από την κριτική και λειτουργώντας ως μια ιδιότυπη «κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Αυτή η παρατήρηση μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους, καθώς εγείρει και πολλά ερωτήματα όπως: είναι η μετατόπιση του εχθρού από το εσωτερικό προς το εξωτερικό ένας τρόπος για να συγκαλύψει αυτή η αριστερά την πολιτική της χρεωκοπία και την απουσία της από τους εγχώριο ταξικό ανταγωνισμό; ή μήπως έχουμε να κάνουμε με την κορύφωση της διαδικασίας της «αντιδραστικοποίησης» αυτής της αριστεράς, μια διαδικασία που αντικειμενικά προκύπτει από την απουσία της υλιστικής ανάλυσης της καπιταλιστικής ολότητας;

Η μετατόπιση της κριτικής από τις κοινωνικές σχέσεις σε προσωποποιημένους εχθρούς, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή ρατσιστικών και αντισημιτικών σχημάτων λόγου τολμούμε λοιπόν να πούμε ότι προέρχεται από την απουσία μιας ταξικής – υλιστικής ανάλυσης για τον αντισημιτισμό και τις αιτίες που τον προκαλούν, αλλά και γενικά από την απουσία της κριτικής της καπιταλιστικής κανονικότητας. Αυτά τα σχήματα λόγου έχουν στρώσει το δρόμο να διοχετευτεί το μίσος προς τον «Άλλο». Κάτι που μέχρι τώρα βρισκόταν σε λανθάνουσα μορφή, βρήκε στους Ισραηλινούς έναν στόχο. Αν κάποτε τηρούνταν τα «μαρξιστικά» προσχήματα κατά της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, τώρα βρέθηκε το τέλειο άλλοθι για να αρθεί και αυτό το τελευταίο «ταμπού».

Στην πράξη, αυτή η μετατόπιση απονευρώνει πλήρως τον ταξικό ανταγωνισμό: η κοινωνική δυσαρέσκεια που απορρέει από ένα υπαρκτό και οξύ πρόβλημα που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως της εργατικής τάξης, όπως είναι αυτό της στεγαστικής κρίσης, δεν κατευθύνεται προς τις δομικές αιτίες της (τη χρηματιστικοποίηση της κατοικίας, τις πολιτικές γης και την κερδοσκοπία), αλλά διοχετεύεται σε λανθασμένα και ιδεολογικά φορτισμένα σχήματα, τα οποία αναπαράγουν τις συνωμοσιολογικές και αντισημιτικές αφηγήσεις.

Απέναντι σε αυτή την κατρακύλα, απαιτείται άμεσα μια σαφής πολιτική και θεωρητική απάντηση. Μια απάντηση που θα αποδομεί αυτές τις ιδεολογικές μορφές, θα αναδεικνύει τον αντισημιτικό τους πυρήνα και, ταυτόχρονα, θα επανατοποθετεί το ζήτημα της στέγασης σε μια καθαρά υλιστική και ταξική προοπτική. Αυτό είναι το καθήκον κάθε σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής θεωρητικής προσέγγισης και δράσης, και σε αυτή την συγκυρία και πάντοτε.

Οφείλουμε να επιμείνουμε ξανά: η στοχοποίηση ενός υποτιθέμενου «σιωνιστικού κεφαλαίου» στην αγορά ακινήτων της Αθήνας δεν είναι απλώς μια εσφαλμένη πολιτική εκτίμηση, αλλά μια πλήρη ιδεολογική μετάθεση, η οποία ανήκει στον πυρήνα των μορφών της ψευδούς συνείδησης που παράγει η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία. Εκεί όπου η κριτική θα όφειλε να στραφεί προς τις αφηρημένες, απρόσωπες και αντικειμενοποιημένες σχέσεις του κεφαλαίου, εμφανίζεται μια φετιχοποιημένη αναπαράσταση, η οποία προσωποποιεί αυτές τις σχέσεις σε συγκεκριμένα, πραγματικά ή φαντασιακά, υποκείμενα.

Στο Κεφάλαιο, ο Marx περιγράφει με ακρίβεια αυτή τη διαδικασία ως την φετιχοποίηση των κοινωνικών σχέσεων: οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων εμφανίζονται ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, και αντιστρόφως [5], οι αφηρημένες κατηγορίες του κεφαλαίου αποκτούν φαινομενικά προσωπικό χαρακτήρα. Ο αντισημιτικός λόγος, ιστορικά, αποτελεί μια ιδιότυπη αντιστροφή αυτού του φετιχισμού: εκεί όπου το κεφάλαιο είναι μια απρόσωπη, αυτο-κινούμενη κοινωνική σχέση, αναπαρίσταται ως η ενσώματη ιδιότητα ενός «Άλλου», ο οποίος είναι ο φορέας μιας υποτιθέμενης κρυφής εξουσίας.

Η επίκληση, λοιπόν, ενός «σιωνιστικού κεφαλαίου» που πίνει το αίμα του «φτωχού πλην τίμιου ελληνικού λαού» είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός αντιστροφής της πραγματικότητας: αντί να αποκαλύπτει τις υλικές δομές της εκμετάλλευσης, τις αποκρύπτει πίσω από μια προσωποποιημένη και συνωμοσιολογική αφήγηση. Με τον τρόπο αυτό, το εγχώριο κεφάλαιο —οι πραγματικές σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας, οι μηχανισμοί της κερδοσκοπίας στην αγορά κατοικίας, η κρατική διαμεσολάβηση— αποσύρονται από το πεδίο της κριτικής και αποκαθίστανται από ένα «ουδέτερο» υπόβαθρο.

Στο πεδίο της κατοικίας, αυτό σημαίνει ότι η κρίση στέγασης —ως η έκφραση της γενικευμένης εμπορευματοποίησης και χρηματιστικοποίησης της γης και της κατοικίας— αποσπάται από τις δομικές της αιτίες και μεταφράζεται σε αφήγημα περί «ξένων» ή «εβραϊκών» περιουσιών. Έτσι, η κοινωνική δυσαρέσκεια, αντί να διοχετευτεί στον ταξικό ανταγωνισμό με στόχο τις πραγματικές σχέσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και απέναντι στο ελληνικό κεφάλαιο, εκτονώνεται σε μια ιδεολογικά παραμορφωμένη στοχοποίηση, η οποία μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό αποπολιτικοποίησης των υποτελών του αστικού κράτους.

Το κεφάλαιο, ως η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων, καθίσταται αόρατο ακριβώς μέσω της υπερ-ορατότητας ενός φαντασιακού εχθρού. Η βία του καπιταλιστικού συστήματος μεταμφιέζεται σε βία που αποδίδεται «μεταφυσικά» σε συγκεκριμένα υποκείμενα, τα οποία φέρονται να «ελέγχουν» ή να «κατέχουν» αυτό που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα ιστορικά προσδιορισμένων σχέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Σε αυτό το σημείο, η λογική της συλλογικής ευθύνης και οι πρακτικές συμβολικής στοχοποίησης —όπως το «μαρκάρισμα» καταστημάτων με στένσιλ στην είσοδο, όπως γίνεται για παράδειγμα στην περιοχή των Εξαρχείων [6] ή η χαρτογράφηση υποτιθέμενων «εβραϊκών» στόχων— αποτελούν τις μορφές της ιδεολογικής υλοποίησης αυτής της προβολικής λογικής, όπου η αφηρημένη κυριαρχία του κεφαλαίου αποκτά ένα ψευδο-συγκεκριμένο πρόσωπο, πάνω στο οποίο μπορεί «ελεύθερα» να στραφεί η όλο και αυξανόμενη επιθετικότητα των μαζών (με σκοπό να εκτονωθεί) γιατί αφήνουν τις πραγματικές σχέσεις του Κεφαλαίου άθικτες.

Πρόκειται για μια κατεξοχήν αντιδραστική μορφή του «φετιχοποιημένου-αντικαπιταλισμού», μιας ψευδοεξέγερσης: μια φαινομενική κριτική του κεφαλαίου που, αντί να το αποκαλύπτει ως μια κοινωνική σχέση, το αναπαράγει σε ιδεολογικό επίπεδο, μετατοπίζοντας την κριτική από τη δομή στη φαντασίωση. Αυτή η μορφή αποτελεί μυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, την ιδεολογία της ψευδούς πραγματικότητας.

Στο shades έχουμε ξεκινήσει μια συζήτηση και μελέτη για αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Δειλά, δειλά αυτή η συζήτηση ξεκίνησε ήδη από το τρίτο τεύχος του εντύπου περιοδικού και συνεχίζεται σήμερα στους κύκλους μελέτης του εγχειρήματος.

Η κατανόηση του ζητήματος της κατοικίας και της σύγχρονης μητρόπολης σίγουρα προϋποθέτει την επανένταξή του στο γενικό πλαίσιο της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Στο Κεφάλαιο, ο Marx δεν ανέπτυξε απλώς μια θεωρία της εκμετάλλευσης πάνω στην παραγωγή, αλλά αποκαλύπτει τη συνολική λογική της καπιταλιστικής κοινωνίας, της κίνησης της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Η κατοικία είναι εμπόρευμα και ταυτόχρονα βασική υλική προϋπόθεση της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Στο επίπεδο της μορφής-εμπορεύματος, η κατοικία παύει να είναι πρωτίστως χώρος ζωής και μετασχηματίζεται σε φορέα της αξίας και, κυρίως, σε πεδίο της επένδυσης και της κερδοσκοπίας. Η γη και το αστικό περιβάλλον εντάσσονται στη διαδικασία της συσσώρευσης, όπου η αξία χρήσης υποτάσσεται στην ανταλλακτική αξία. Η πόλη, έτσι, δεν είναι μόνο η χωρική οργάνωση και ελέγχου της κοινωνικής ζωής, αλλά και η υλική συμπύκνωση συνολικά των σχέσεων του κεφαλαίου: ένα πεδίο όπου η κυκλοφορία της αξίας, η ιδιοκτησία και η χρηματική μεσολάβηση διαμορφώνουν την ίδια τη μορφή του χώρου.

Η κρίση της στέγασης δεν είναι μια εξωτερική ανωμαλία ή παρεκτροπή από την κανονικότητα, αλλά η εσωτερική έκφραση των αντιφάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τη μετατροπή της κατοικίας σε χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο, είναι μια διαδικασία που οδηγεί στην εκτόξευση των τιμών, τον εκτοπισμό των «περιττών» πληθυσμών [7] και στην εντατικοποίηση των ταξικών ανισοτήτων στον αστικό μητροπολιτικό ιστό.

Η πόλη είναι ο τόπος όπου η εκμετάλλευση της εργασίας διασταυρώνεται με την εκμετάλλευση μέσω της ιδιοκτησίας και του ενοικίου. Το εισόδημα της εργατικής τάξης δεν αποσπάται μόνο στον χώρο της παραγωγής, αλλά ανακατανέμεται εκ νέου μέσω της αγοράς κατοικίας, όπου η πρόσβαση στον χώρο ζωής γίνεται όλο και περισσότερο εξαρτημένη από τις επιταγές της αγοράς.

Μια υλιστική προσέγγιση του ζητήματος της κατοικίας οφείλει, συνεπώς, να απορρίψει αυτές τις προσωποποιήσεις και να εστιάσει και πάλι στην ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν τον αστικό χώρο. Η πόλη δεν είναι ένα ουδέτερο υπόβαθρο, αλλά ένας ενεργός τόπος αναπαραγωγής του κεφαλαίου — και ακριβώς γι’ αυτό, το πεδίο όπου οι ταξικές αντιθέσεις όχι μόνο εκδηλώνονται, αλλά και αναδιαμορφώνονται και σε αυτή την φάση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η αδυναμία σύλληψης της ολότητας των κοινωνικών σχέσεων οδηγεί είτε σε μυθολογικές αφηγήσεις είτε σε ηθικοποιημένες στοχοποιήσεις. Στον Λούκατς, αυτό περιγράφεται ως διάσπαση της ολότητας και εγκλωβισμός σε αποσπασματικές, άμεσες εμπειρίες [8]. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέγεται, αλλά πώς συγκροτείται η ίδια η δυνατότητα κατανόησης: μια συνείδηση διαμορφωμένη υπό όρους πραγμοποίησης τείνει αναγκαστικά να αναζητά τους συγκεκριμένους φορείς εκεί όπου θα έπρεπε να αναλύει τις σχέσεις. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο ανοίγει ο δρόμος για ιδεολογικές μορφές που, ενώ εμφανίζονται ως «κριτικές», καταλήγουν να αναπαράγουν τον ίδιο τον κόσμο που υποτίθεται ότι αντιπαλεύουν.

3. Μερικά στοιχεία αναφορικά με τα πραγματικά αίτια της έλλειψης κατοικίας

Το ποσοστό που αντιστοιχεί στο Airbnb και στις αγορές από ξένους δεν είναι τόσο υψηλό. Συνεπώς, συμβάλλει δευτερευόντως —έως και ελάχιστα— στην έλλειψη κατοικίας. Ο βασικός λόγος είναι ότι εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες παραμένουν κλειστές. Οι αιτίες είναι πολλαπλές: πολυϊδιοκτησία, ακίνητα που έχουν περάσει σε τράπεζες και, κυρίως, παλαιές κατοικίες (δεκαετιών ’60, ’70 ή και παλαιότερες), οι οποίες, για να καταστούν κατοικήσιμες, απαιτούν σημαντικά κεφάλαια που οι ιδιοκτήτες δεν διαθέτουν ή θα έπρεπε να δανειστούν με σχετικά υψηλό επιτόκιο και μεγάλο ρίσκο.

Επιπλέον, μετά το 2011 έχει καταρρεύσει η κατασκευή νέων κατοικιών. Ενδεικτικά, από τις 4.600 κατασκευαστικές εταιρείες που υπήρχαν τότε σε ολόκληρη τη χώρα, έχουν απομείνει περίπου 450, σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Κατασκευαστών. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηριχθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πωλήσεις κατοικιών σε ξένους εξασφαλίζουν κεφάλαια στους Έλληνες πωλητές. Υπό προϋποθέσεις, αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην ανακαίνιση άλλων παλαιών κατοικιών εκ μέρους τους. Ωστόσο, δεν έχει καταγραφεί μια τέτοια τάση, γεγονός που δείχνει ότι η λειτουργία της αγοράς κατοικίας δεν προκρίνει καν μια τέτοια επενδυτική στρατηγική.

Μεταπολεμικά, το στεγαστικό ζήτημα επιλύθηκε, σε μεγάλο βαθμό, μέσω ενός συνδυασμού παραγόντων: αύξηση των μισθών, εισροές συναλλάγματος από Έλληνες μετανάστες που επενδύθηκαν μαζικά σε ακίνητα, διαμόρφωση μαζικών μεσαίων στρωμάτων με σχετική οικονομική ευρωστία, παροχή χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων από κρατικές τράπεζες, θεσμοθέτηση της αντιπαροχής σε συνδυασμό με τη γενικευμένη αναθεώρηση των συντελεστών δόμησης, καθώς και ανοχή του κρατικού μηχανισμού σε μικρές αυθαιρεσίες των κατασκευαστών. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων κατέστησε εφικτή την απόκτηση τουλάχιστον μίας κατοικίας από ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.

Αντιθέτως, δεν αναπτύχθηκαν προγράμματα κοινωνικής κατοικίας, όπως σε άλλες δυτικές καπιταλιστικές χώρες. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, αλλά εξυπηρετούσε τους στόχους της ιδεολογικής θωράκισης των μικροϊδιοκτητών, ενίοτε και εργαζομένων. Η κατοχή, έστω, μίας κατοικίας λειτουργεί συντηρητικοποιητικά (βλ. και την κριτική του Ένγκελς στον Προυντόν) [9] .

Σήμερα, δεν υπάρχουν ούτε επαρκή εισοδήματα ούτε ουσιαστικά μέτρα στήριξης για την απόκτηση κατοικίας. Η ευρύτερη «προλεταριοποίηση» του πληθυσμού συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς.

Στατιστικές έρευνες και δημοσιεύματα στον αστικό τύπο για το ζήτημα της στεγαστικής Κρίσης*

Ας δούμε όμως σε αυτό το σημείο και μερικά στοιχεία από στατιστικές έρευνες σε άρθρα στον αστικό τύπο .

Τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι αγορές από ξένους ή οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά συνδέεται πρωτίστως με δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς κατοικίας.

Καταρχάς, καταγράφεται ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός κενών κατοικιών: περίπου 794.000 σε όλη τη χώρα (Απογραφή 2021), εκ των οποίων περίπου 265.000 στην Αττική και 80.000 στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτών δεν είναι άμεσα διαθέσιμο στην αγορά, καθώς πρόκειται κυρίως για παλαιά ακίνητα που απαιτούν εκτεταμένες και δαπανηρές ανακαινίσεις.

Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους τα ακίνητα αυτά παραμένουν κλειστά είναι:

  • το υψηλό κόστος ανακαίνισης (42% των ιδιοκτητών),

  • η πρόθεση μελλοντικής αξιοποίησης ή οικογενειακής χρήσης (περίπου 40% συνολικά),

  • η πολυϊδιοκτησία και η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ κληρονόμων (21%),

  • η χαμηλή ζήτηση σε ορισμένες περιοχές (15%),

  • οι χαμηλές αποδόσεις και ο κίνδυνος μη καταβολής ενοικίων (12%).

Παράλληλα, η πλειονότητα των «κενών» κατοικιών είναι παλαιές (άνω των 25 ετών), συχνά με σύνθετο ιδιοκτησιακό καθεστώς ή σε κακή κατάσταση, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την πραγματική τους διαθεσιμότητα. Ενδεικτικά, από το σύνολο των κενών ακινήτων, εκατοντάδες χιλιάδες δεν προσφέρονται ούτε για πώληση ούτε για ενοικίαση.

Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα έχει καταρρεύσει μετά το 2011, δηλαδή την περίοδο της ύφεσης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, περιορίζοντας δραστικά την προσφορά νέων κατοικιών. Έτσι, η αγορά χαρακτηρίζεται από ένα παράδοξο γεγονός: υπάρχει μεγάλο απόθεμα «κενών» κατοικιών, αλλά χαμηλή πραγματική διαθεσιμότητα προς χρήση.

Σε ό,τι αφορά τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα στοιχεία δείχνουν ότι καταλαμβάνουν σχετικά μικρό ποσοστό του συνολικού αποθέματος (περίπου 3%), ενώ μόνο ένα μέρος των κενών κατοικιών αξιοποιείται μέσω τέτοιων πλατφορμών. Επιπλέον, η πλειονότητα των ιδιοκτητών είναι μικροϊδιοκτήτες, για τους οποίους πρόκειται κυρίως για συμπληρωματικό εισόδημα.

Ωστόσο, σε επίπεδο αντίληψης, ο τουρισμός και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις θεωρούνται από σημαντικό μέρος των πολιτών βασικός παράγοντας αύξησης των ενοικίων (περίπου 70%). Άλλοι κρίσιμοι παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές είναι οι φορολογικές πολιτικές, τα επιτόκια και η περιορισμένη πρόσβαση στον δανεισμό, καθώς και η ευρύτερη οικονομική συγκυρία.

Συνολικά, τα στοιχεία φαίνεται να συγκλίνουν στο ότι η στεγαστική κρίση προκύπτει από:

  • τη χαμηλή προσφορά κατοικιών σε καλή κατάσταση,

  • την αδυναμία αξιοποίησης του υπάρχοντος αποθέματος,

  • την πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας,

  • και τις ευρύτερες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

* δείτε τις πηγές που χρησιμοποιήσαμε στο τέλος του κειμένου

4. Παράρτημα: Οι Γερμανοί Συνταξιούχοι των ελληνικών νησιών

Στην Πάρο παρατηρείται η παρουσία σημαντικού αριθμού ξένων κατοίκων, όπως Γερμανοί συνταξιούχοι που διαμένουν για μεγάλο μέρος του έτους, αλλά και ελεύθεροι επαγγελματίες. Αντίστοιχα, υπάρχει και αξιοσημείωτη παρουσία Ελβετών γερμανόφωνων —οι οποίοι έχουν συγκροτήσει ακόμη και πολιτιστικό σύλλογο— καθώς και Βρετανών, Ιρλανδών κ.ά. Σε αρκετές περιπτώσεις, πρόκειται για ανθρώπους που είχαν γνωρίσει το νησί από παλαιότερες διακοπές ή διαθέτουν οικογενειακούς δεσμούς με την Ελλάδα.

Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ένα μέρος αυτών των κατοίκων —ιδίως Γερμανοί συνταξιούχοι— εμφανίζεται πλέον να απομακρύνεται από το νησί. Η Πάρος που γνώριζαν ως έναν σχετικά ήσυχο τόπο έχει μετασχηματιστεί υπό την πίεση της τουριστικής ανάπτυξης που επιβάλει η ελληνική τουριστική βιομηχανία σε έναν χώρο έντονης εποχικής επιβάρυνσης, την οποία πλέον δεν αντέχουν ούτε οι ίδιοι.

Το φαινόμενο αυτό συνιστά ενδεικτική περίπτωση των αντιφάσεων του λεγόμενου «εξευγενισμού» (gentrification): μια διαδικασία που, αντί να αναπτύσσει ισόρροπα έναν τόπο, οδηγεί στον μετασχηματισμό του σε κάτι αγνώριστο, εκτοπίζοντας τόσο τους μόνιμους κατοίκους όσο και παλαιότερες κατηγορίες επισκεπτών. Στο όριο, η ίδια η τουριστική υπερανάπτυξη υπονομεύει τους όρους της, καθώς η αύξηση του κόστους και η υποβάθμιση της εμπειρίας καθιστούν το μέρος λιγότερο ελκυστικό.

Ήδη καταγράφονται τάσεις αποχώρησης, με ορισμένους ιδιοκτήτες να εξετάζουν την πώληση των ακινήτων τους και τη μετακίνηση σε λιγότερο κορεσμένους προορισμούς, όπως η Ανάφη, ενώ ακόμη και η Αντίπαρος εμφανίζει σημάδια κορεσμού. Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει ότι η δυναμική της τουριστικής εκμετάλλευσης δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά εμπεριέχει όρια και αντιφάσεις που σχετίζονται με τη συνολική λειτουργία της αγοράς και της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

5. Ακόμα μερικές πολιτικές παρατηρήσεις πάνω στην προκήρυξη της Ανατρεπτικής Συμμαχίας

Α) Μέχρι σήμερα, η πλειονότητα της Αριστεράς μάς είχε συνηθίσει στην άκριτη υιοθέτηση κάθε αντιεβραϊκής συκοφαντίας που κυκλοφορεί στην κοινωνία. Με την εν λόγω προκήρυξη γίνεται ένα βήμα παραπέρα: επιχειρεί να κατασκευάσει η ίδια μια τέτοια συκοφαντία. Παρά το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, οξύνεται η οργή των ενοικιαστών και είναι διαδεδομένη η εσφαλμένη αντίληψη ότι βασική αιτία της στεγαστικής κρίσης είναι το Airbnb και τα προγράμματα Golden Visa, μέχρι πρότινος δεν υπήρχε συστηματική σύνδεση αυτών των φαινομένων ειδικά με Εβραίους επενδυτές ή αγοραστές.

Τα τελευταία δύο χρόνια, στο πλαίσιο μιας γενικευμένης αντισημιτικής υστερίας, ορισμένες μικρές και περιθωριακές ομαδοποιήσεις του λεγόμενου pro-Palestine χώρου επιχείρησαν κάτι τέτοιο. Είναι, όμως, η πρώτη φορά που ένα σχήμα με το μέγεθος και την απήχηση της Ανατρεπτικής Συμμαχίας υιοθετεί έναν τέτοιο ισχυρισμό. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ατεκμηρίωτος και προβοκατόρικος, καθώς επιχειρεί να στρέψει τη δικαιολογημένη οργή των ενοικιαστών προς συγκεκριμένους «Άλλους», φορτώνοντάς τους ευθύνες που δεν τους αναλογούν. Δεν πρόκειται απλώς για αναπαραγωγή αντισημιτικών κλισέ, αλλά για ενεργή συμβολή στην παραγωγή τους.

Αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, αλλά με μια συνειδητή απόπειρα αξιοποίησης και εργαλειοποίησης αυτής της ιδεολογίας, μέσω της παραγωγής αντισημιτικού μίσους.

Β) Η κυκλοφορία χάρτη που υποδεικνύει διευθύνσεις «εβραϊκών» επενδύσεων σε ακίνητα είναι τυχοδιωκτική, επιθετική και απειλητική. Συνιστά, στην πράξη, ανοικτή πρόσκληση σε στοχοποίηση αυτών των χώρων. Από τη στιγμή που διακινείται δημόσια, δεν υπάρχει κανένας έλεγχος ως προς το ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την πληροφορία και για ποιους σκοπούς. Έτσι, αντικειμενικά, δημιουργούνται οι όροι που θα μπορούσαν να διευκολύνουν ακόμη και επιθέσεις από ακροδεξιές ή ναζιστικές ομάδες εναντίον εβραϊκών επιχειρήσεων.

6. Μια ακόμα σημείωση για το ζήτημα της κατοικίας την εποχή της καπιταλιστικής κρίσης

Το πρόβλημα της στεγαστικής κρίσης στην Αθήνα και, γενικότερα, το ζήτημα του λεγόμενου «εξευγενισμού» της πόλης, αν και εντάσσονται σε ορισμένες γενικές τάσεις που χαρακτηρίζουν τις μεταβολές και σε άλλες μεγάλες καπιταλιστικές μητροπόλεις του κόσμου, παρουσιάζουν παράλληλα ιδιαίτερα γνωρίσματα που δεν μπορούν να αποσπαστούν από την ελληνική ιδιαιτερότητα· με άλλα λόγια, από τα τοπικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη χώρα. Σύμφωνα με αυτά που έχουμε μέχρι στιγμής συζητήσει στο εγχείρημα του Shades, βασικές μεταβολές έχουν υπάρξει στο κέντρο της Αθήνας, όπως στον Κεραμικό και το Γκάζι. Εκεί «παραδοσιακές» πληθυσμιακές ομάδες και μάλιστα με μειονοτικά χαρακτηριστικά εκτοπίστηκαν υπό την πίεση της ανάπτυξης των περιοχών αυτών. Τέτοιες ομάδες ήταν για παράδειγμα κοινότητες Ρομά, αλλά ακόμα και Πομάκοι και μουσουλμάνοι που παραδοσιακά κατοικούσαν στην περιοχή.

Σε αυτό το ζήτημα θα επανέρθουμε αναλυτικά σε μια πιο ολοκληρωμένη έκδοση του κειμένου.

7. Προτάσεις για μια κινηματική ανταγωνιστική κίνηση στο ζήτημα της στεγαστικής κρίσης από την σκοπιά μιας σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής προοπτικής

Σίγουρα αποτελεί ένα κομβικό ερώτημα, που απασχολεί πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού των πόλεων —ιδίως εκείνο το τμήμα που πλήττεται περισσότερο από αυτή την κρίση— το ποια θα μπορούσε να είναι μια πρόταση από τη σκοπιά του κοινωνικού ανταγωνισμού, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την υποχώρηση του ταξικού κινήματος.

Αδιαμφισβήτητα βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο, όπου η επίθεση του ελληνικού κεφαλαίου —και του κεφαλαίου γενικότερα— λαμβάνει ολοένα και σκληρότερες μορφές, ενώ οι ελεύθεροι χώροι στις πόλεις εκμηδενίζονται, η κατοικία γίνεται ολοένα και πιο απρόσιτη και, γενικότερα, οι όροι ζωής της εργατικής τάξης επιδεινώνονται διαρκώς. Οι μηχανισμοί ελέγχου, η κρατική καταστολή και η περαιτέρω υποτίμηση του κόστους της εργατικής δύναμης καθιστούν την κατάσταση εκρηκτική. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε θέση όπου αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν ακόμη και στις βασικές τους ανάγκες.

Την ίδια στιγμή, το αστικό κράτος προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο κοινωνικών εκρήξεων, ενώ η αυταρχικοποίησή του προχωρά κανονικά, με ιδεολογικό πρόσχημα την υπεράσπιση της «ατομικής ελευθερίας». Παράλληλα, ο κοινωνικός ανταγωνισμός βρίσκεται πλήρως αποδιοργανωμένος. Πολλοί από τους βασικούς λόγους αυτής της κατάστασης μπορούν να εντοπιστούν και σε όσα περιγράψαμε στα προηγούμενα κεφάλαια του παρόντος κειμένου.

Ωστόσο, μέσα στη δίνη αυτής της κρίσης, εκτιμούμε ότι μπορούν να αναδυθούν μορφές αντίστασης, οι οποίες προκύπτουν αντικειμενικά ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, ως κομμάτι της πραγματικής κίνησης και όχι ως μια ιδεολογική κατασκευή. Με άλλα λόγια, μπορούν να εμφανιστούν πράξεις αντίστασης στο υπάρχον, που θα υιοθετούνται από μια σημαντική μερίδα των κατοίκων των πόλεων, από υποκείμενα με διαφορετικές καταγωγές, πολιτικές τοποθετήσεις και ιστορικές διαδρομές.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι το πολυεθνικό ή μη προλεταριάτο μπορεί να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά τέτοιων μορφών δράσης και άρνησης του υπάρχοντος, όχι επειδή κάποια μέρα αποφάσισε να συμμετάσχει σε κάποιο πολιτικό κίνημα, αλλά επειδή η ίδια η κατάσταση δεν του επιτρέπει να πράξει διαφορετικά.

Αυτό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση κάποιον είδος «εμπειρισμού», αλλά απορρέει από τα ίδια τα κοινωνικά και ταξικά επίδικα, ενώ θα εξαρτηθεί και από τη διαδικασία ενδυνάμωσης του ταξικού ανταγωνισμού και της ταξικής συνείδησης στο σύνολό της.

Τέτοιες μορφές είναι οι πρακτικές της αυτομείωσης, σε όλες τις διαφορετικές εκδοχές που μπορούν να λάβουν, καθώς και η απεργία ενοικίου, ως μικρές πράξεις μέσα στην καθημερινή ζωή που μπορούν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις επικοινωνίας και αλληλεγγύης μεταξύ των αποξενωμένων υποκειμένων της πόλης. Δεν υπονοούμε ότι αυτές οι πρακτικές μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη ανάδυσης ενός μαζικού ανταγωνιστικού κινήματος· ωστόσο, οι καθημερινές πράξεις αντίστασης αποτελούν και αυτές μια υπαρκτή ανάγκη.

Οι πρακτικές της αυτομείωσης δεν συνιστούν κάποια νέα «καινοτομία» ή μια πρακτική που ανακαλύψαμε εμείς εδώ, αλλά αποτελούν μέρος της ιστορίας της προλεταριακής εμπειρίας. Μία από τις σημαντικότερες τέτοιες εμπειρίες συναντάμε στην Ιταλία της κρίσης της δεκαετίας του 1970, κατά την περίοδο ανάδυσης του κινήματος της εργατικής αυτονομίας [10]. Η μελέτη αυτής της εμπειρίας μπορεί να συμβάλει στην περαιτέρω διεύρυνση της γνώσης γύρω από τα ζητήματα που μας απασχολούν εδώ. Για όλα αυτά τα ζητήματα και τις δικές μας σκέψεις πάνω σε αυτά θα επανέρθουμε σύντομα.

Shades Aufbau: Κοινότητα – Θεωρία – Δικτύωση 

Παραπομπές – Πηγές – Βιβλιογραφία

[1] Σχετικό άρθρο με την είδηση του εμπρησμού: https://piestirio.gr/2026/04/13/empristiki-epithesi-se-gkaleries-sto-psirri/

[2] Την ανακοίνωση της «ανατρεπτικής συμμαχίας μπορείτε να την βρείτε στην σελίδα της στο facebook https://www.facebook.com/anatreptikisymmaxia.gr

[3] Διαβάστε σχετικά: https://www.imerodromos.gr/stin-athina-sionistiki-tromokratia/

[4] Ο «Λίβελος του Αίματος» (blood libel) αποτελεί έναν ιστορικά διαμορφωμένο αντισημιτικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο οι Εβραίοι κατηγορούνται ψευδώς ότι απαγάγουν και δολοφονούν παιδιά χριστιανών με σκοπό τη χρήση του αίματός τους στις θρησκευτικές τελετές του Πέσαχ. Η απαρχή αυτού του μύθου εντοπίζεται τον Μεσσαίωνα κάπου στην Αγγλία όπου ο θάνατος ενός παιδιού αποδόθηκε αυθαίρετα στην τοπική εβραϊκή κοινότητα. Έκτοτε, παρόμοιες κατηγορίες διαδόθηκαν σε όλη την Ευρώπη, συχνά οδηγώντας σε διώξεις, πογκρόμ και εκτελέσεις. Στην νεωτερική εποχή η κατηγορία περί τελετουργικής δολοφονίας αντικαθίσταται από αφηγήματα περί «μυστικής κυριαρχίας», «παγκόσμιων συνωμοσιών» και «παρασιτικής εκμετάλλευσης». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πλαστογράφημα στην Τσαρική Ρωσία «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, όπου η φαντασιακή απειλή αφορά πλέον τον έλεγχο της οικονομίας, της πολιτικής και του πολιτισμού. Στη νεωτερικότητα, ο μύθος δεν χρειάζεται πλέον το θρησκευτικό του περίβλημα για να λειτουργήσει· ενσωματώνεται σε διάφορες πολιτικές ιδεολογίες, θεωρίες συνωμοσίας και τον καθημερινό λόγο πηγή: Αυτόνομη Πρωτοβουλία Ενάντια στη Λήθη https://skalalakonias.wordpress.com/2026/04/10/kapsimo-ioudas-kosmas/

[5] Karl Marx Das Kapital σελ. 86 – 87 στην γερμανική έκδοση Dietz Verlag Berlin 1974

[6] Δείτε σχετικές φωτογραφίες εδώ: https://enantiastonantisimitismo.wordpress.com/2026/03/20/kontinuitat-der-antisemitischen-bildsprache-in-exarcheia/

[7] Σχετικά με τον όρο βλέπε σχετικά Ζίγκμουντ Μπάουμαν Σπαταλημένες ζωές εκδόσεις Κατάρτι

[8] Γκ. Λούκατς «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση»

[9] Φ. Ένγκελς «Για το ζήτημα της κατοικίας» (Das Wohnungsfrage) ελληνική έκδοση Σύγχρονη Εποχή

[10] Σχετικά με την συζήτηση για την ιστορία του κινήματος της Αυτομείωσης προτείνουμε την ανάγνωση των «Το σπίτι των κλεφτών – Τρία κείμενα για το κίνημα της αυτομείωσης στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70» πρωτοβουλία από την κατάληψη Πραποπούλου Χαλάνδρι (2009) και το «Εμπειρίες από το κίνημα της αυτομείωσης στην Ιταλία την δεκαετία του 70» Φάμπρικα Υφανέτ Θεσσαλονίκη (2010), καθώς επίσης τα δύο βιβλία του Νάνι Μπαλεστρίνι «Οι Αόρατοι» (εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος) και «Τα Θέλουμε Όλα» (εκδόσεις Στοχαστής)

Πηγές και παραπομπές στο κεφάλαιο: «Στατιστικές έρευνες και δημοσιεύματα στον αστικό τύπο για το ζήτημα της στεγαστικής Κρίσης»

  • Alpha Bank, Έρευνα για την αγορά κατοικίας (αναφέρεται στο: ΤΑ ΝΕΑ, 12/02/2026, Πέτρος Κωνσταντινίδης)
  • Απογραφή Πληθυσμού και Κτιρίων 2021, ΕΛΣΤΑΤ
  • Καθημερινή / Money Review (29/09/2024), «Πού βρίσκονται και πόσες είναι οι κενές κατοικίες στην Ελλάδα»
  • Στοιχεία ΑΑΔΕ για κενά ακίνητα και επανένταξη στην αγορά
  • Έρευνα Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών για βραχυχρόνιες μισθώσεις (αναφέρεται στο: Parapolitika, 25/07/2025)
  • Στοιχεία αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης και συνεισφοράς στο ΑΕΠ (2023)

Related posts