Σχόλιο στον απόηχο της δολοφονικής επίθεσης στο Βερολίνο

Η πρόσφατη τρομοκρατική, δολοφονική επίθεση στη ΛΟΑΤΚΙ πορεία στο Βερολίνο αποτελεί μια βαθιά αντιδραστική πράξη βίας, η οποία στρέφεται ενάντια στις αστικές ελευθερίες, στην αυτοδιάθεση του ατόμου, αλλά και στην ίδια την προοπτική της κοινωνικής χειραφέτησης. Ο ισλαμισμός, όπως και κάθε μορφή θρησκευτικού φονταμενταλισμού, συνιστά μια μορφή αντιδραστικής ιδεολογίας που αναδύθηκε στη νεωτερικότητα, εχθρικής όχι μόνο απέναντι στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, αλλά συνολικά απέναντι στις δυνατότητες και τις απόπειρες για την πανανθρώπινη χειραφέτηση που ιστορικά αναδύθηκαν στο πλαίσιο της νεωτερικότητας.

Ο ισλαμισμός, ως ιδεολογία, είναι τόσο βαθιά αντικομμουνιστικός, όσο και οι φιλελεύθεροι δημοκράτες «πολέμιοι» του και έχει συνδεθεί ιστορικά με πλήθος εγκλημάτων και αιματηρών διώξεων σε βάρος του (ιστορικού) εργατικού κινήματος και των κομμουνιστικών οργανώσεων σε διάφορες χώρες, κυρίως της ανατολής (βλέπε πχ τις δολοφονίες κομμουνιστών – τριων από την Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο και αλλού).

Ωστόσο, η κριτική στον ισλαμισμό δεν πρέπει να εξαντλείται στην ηθική καταδίκη του, ούτε να αποσπάται από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπαράγεται. Η ίδια η αστική δημοκρατία αξιοποιεί συχνά τέτοια γεγονότα για να ανασυγκροτήσει ιδεολογικά την κυριαρχία της, να εμφανιστεί ως ο θεματοφύλακας του «διαφωτισμού», της «ανεκτικότητας» και των «δυτικών αξιών» και να ενισχύσει πολιτικές ασφάλειας, επιτήρησης και καταστολής.

Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά από τέτοιες επιθέσεις, δυνάμεις όπως το CDU (Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες), αλλά και ευρύτερα η γερμανική Δεξιά και η Νέα Ακροδεξιά, επιχειρούν να μονοπωλήσουν τον λόγο περί δημοκρατίας και υπεράσπισης των δικαιωμάτων. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική αντιστροφή: πολιτικές δυνάμεις που ιστορικά αντιτάχθηκαν σε κοινωνικές και μειονοτικές διεκδικήσεις εμφανίζονται σήμερα ως οι αποκλειστικοί υπερασπιστές τους, αξιοποιώντας ιδεολογικά και πολιτικά την ισλαμιστική βία, προκειμένου να νομιμοποιήσουν ένα ευρύτερο σχέδιο αυταρχικοποίησης, κοινωνικών αποκλεισμών και ενίσχυσης του κρατικού ελέγχου.

Πρόκειται για τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις που προωθούν με ιδιαίτερη ένταση τη «θεωρία των δύο άκρων», επιχειρώντας να ταυτίσουν τις ιδέες της κοινωνικής χειραφέτησης από το κεφάλαιο, καθώς και κάθε μορφή προλεταριακού ανταγωνισμού, με τον φασισμό.

Η χρονική στιγμή κατά την οποία εκδηλώθηκε η επίθεση λειτούργησε αντικειμενικά προς όφελος των επιδιώξεων του κεφαλαίου. Σε μια περίοδο κατά την οποία το κεφάλαιο επιδιώκει ακόμη μεγαλύτερη υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης, ενώ ταυτόχρονα εντείνει την υλική επίθεσή του απέναντι, μεταξύ άλλων, και στα μεταναστευτικά στρώματα, έχοντας ανάγκη από την εξασφάλιση κοινωνικών συναινέσεων ακόμη και μέσα στην ίδια την εργατική τάξη, τέτοια περιστατικά δολοφονικής βίας εντάσσονται ιδανικά στο ιδεολογικό περιβάλλον που διευκολύνει αυτές τις επιδιώξεις.

Η ίδια εργαλειοποίηση παρατηρείται και στο ζήτημα του αντισημιτισμού. Ο αγώνας ενάντια στον αντισημιτισμό (και στην σημερινή μορφή του τον αντισιωνισμό) είναι αναγκαίος και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος κάθε χειραφετητικής και κομμουνιστικής πολιτικής. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε εργαλείο κρατικής νομιμοποίησης ή χρησιμοποιείται επιλεκτικά για την ποινικοποίηση πολιτικών αντιπάλων, χάνει τον κριτικό του χαρακτήρα και εντάσσεται στην ιδεολογική διαχείριση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Αντίστοιχα φαινόμενα μπορούμε να διακρίνουμε και στην Ελλάδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι διάφοροι, κρυφά ή φανερά, «χάρηκαν» για αυτή την επίθεση, ακριβώς επειδή η καταγωγή του δράστη εξυπηρετεί αποκλειστικά το δικό τους αφήγημα. Και αυτό δεν είναι άλλο από το αφήγημα ότι η Αριστερά και ο ισλαμισμός βρίσκονται σε κάποιου είδους σύγκλιση.

Η άποψη αυτή είναι ιδιαίτερα αντιδραστική και επικίνδυνη. Είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι στην τροφοδότησή της έχει συμβάλει και η παρακμασμένη, ενσωματωμένη Αριστερά, καθώς και η στήριξη που ένα μεγάλο τμήμα της παρείχε στη Χαμάς και σε άλλα αντιδραστικά ισλαμιστικά κινήματα με αφορμή την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο στη Γάζα.

Η απουσία κάθε ορίζοντα κριτικής και διαλεκτικής ανάλυσης από αυτή την Αριστερά, αλλά και από τις πολιτικές των ταυτοτήτων και τον αντιαποικιακό, ακαδημαΐζοντα μεταμοντερνισμό γενικότερα, όπως, για παράδειγμα, εκφράζονται μέσα από τις δηλώσεις ατόμων της διοργάνωσης του Pride στο Βερολίνο («ελπίζουμε να είναι λευκός ο δράστης») ή από την άνευρη δήλωση αλληλεγγύης του Athens Pride, καθιστά ορατά τα όρια αυτής της τοποθέτησης. Μιας τοποθέτησης που, στην ουσία, τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο αυτές τις ακροδεξιές και φιλελεύθερες κραυγές, των οποίων ο στόχος δεν είναι ούτε η υπεράσπιση των εβραϊκών κοινοτήτων ούτε της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Αντίθετα, στόχος τους είναι να συμβάλουν στην ιδεολογική θωράκιση του αστικού κράτους και της ιδεολογίας του, στο πλαίσιο της κλιμάκωσης της επίθεσης που αυτό συνεχίζει να εξαπολύει.

Δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε ασχολίαστο και τον όρο «ισλαμοφασισμός», έναν όρο που μπορεί να είναι «ελκυστικός», ή ακόμα και να ακούγεται πολιτικά εύστοχος, ωστόσο θεωρητικά είναι ιδιαίτερα προβληματικός. Δεν συμβάλλει στην κατανόηση του ισλαμισμού ως ιδιαίτερης μορφής ιδεολογίας της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, αλλά τον ταυτίζει άκριτα με τον ιστορικό φασισμό, εξαλείφοντας τις ουσιώδεις ιστορικές και κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φαινόμενα.

Ο ιστορικός φασισμός δεν ήταν απλώς μια αυταρχική ή θρησκευτική ιδεολογία. Αποτέλεσε μια συγκεκριμένη μορφή αστικής αντεπανάστασης, στενά συνδεδεμένη με τις κρίσεις του καπιταλισμού, τον μαζικό εθνικισμό, τη συγκρότηση μιας εθνικής-λαϊκής (φαντασιακής υπερταξικής) κοινότητας, τον αντισημιτισμό και την ιδιαίτερη μορφή πολιτικής κινητοποίησης των μαζών που τον χαρακτήριζε.

Ο ισλαμισμός, αντίθετα, συγκροτήθηκε πάνω σε διαφορετικές ιστορικές, κοινωνικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις. Παρότι η ανάδυσή του ως σύγχρονου πολιτικού κινήματος συμπίπτει σε σημαντικό βαθμό χρονικά με την εποχή του ιστορικού φασισμού, δεν μπορεί να ταυτιστεί με αυτόν, καθώς πρόκειται για διακριτές μορφές αντιδραστικής ιδεολογίας με διαφορετικές κοινωνικές και ιστορικές αφετηρίες.

Η χρήση του όρου «ισλαμοφασισμός» έχει, επομένως, περισσότερο ιδεολογική παρά αναλυτική λειτουργία. Συχνά χρησιμοποιείται για να κατασκευάσει ένα αφήγημα περί μιας ενιαίας απειλής απέναντι στη «Δύση», να νομιμοποιήσει πολιτικές ασφάλειας, αυστηρότερα μεταναστευτικά μέτρα και να μετατοπίσει τη συζήτηση από την κριτική των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων προς μια πολιτισμική ή γεωπολιτική αντιπαράθεση.

Λειτουργεί ως μια μορφή ιδεολογικής μυστικοποίησης, καθώς αποκρύπτει ότι οι κοινωνίες της Ανατολής και της Δύσης συγκροτούνται μέσα στην καθολικότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Μετατοπίζοντας την ερμηνεία από την κριτική του κεφαλαίου και των μορφών κυριαρχίας του σε μια υποτιθέμενη σύγκρουση πολιτισμών, αναπαράγει μια αντίληψη που συσκοτίζει την κοινή κοινωνική βάση πάνω στην οποία αναδύονται τόσο οι αντιδραστικές ιδεολογίες όσο και οι κυρίαρχες μορφές πολιτικής διαχείρισής τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ασκείται αυστηρή κριτική στον ισλαμισμό, όπως μάλιστα μας αντιπρότειναν κάποτε και διάφοροι από τον χώρο του επιλεκτικού «ιδεολογικού αντιφασισμού». Η κριτική αυτή σε κάθε περίπτωση οφείλει να είναι ακόμη πιο απαιτητική. Για να είναι όμως πραγματικά αποτελεσματική, πρέπει να ερμηνεύει τον ισλαμισμό ως μια ιστορικά προσδιορισμένη μορφή αντιδραστικής ιδεολογίας της νεωτερικής κοινωνίας και όχι να τον εντάσσει μηχανικά σε ιστορικές κατηγορίες που, όσο φορτισμένες κι αν είναι πολιτικά, δεν αποδίδουν με ακρίβεια την ιδιομορφία του.

Η κριτική στον ισλαμισμό δεν πρέπει να οδηγεί στην αποδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας ούτε να συγκαλύπτει τον ρόλο του ίδιου του αστικού κράτους και των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αντίθετα, οφείλει να εντάσσεται σε μια συνολική υλιστική κριτική της νεωτερικής κοινωνίας, η οποία θα αναδεικνύει τόσο τις αντιδραστικές ιδεολογίες όσο και τις μορφές κυριαρχίας που αξιοποιούν την ύπαρξή τους για να ενισχύσουν την κοινωνική πειθάρχηση και να αφοπλίσουν τις δυνατότητες χειραφέτησης.

Απέναντι στο θεωρητικό τέλμα, στα όρια και στην απουσία μεθόδου που χαρακτηρίζουν σήμερα ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, οφείλουμε να αντιτάξουμε μια σοβαρή θεωρητική επεξεργασία των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων. Μόνο μέσα από την ανασυγκρότηση της υλιστικής κριτικής της καπιταλιστικής ολότητας μπορεί να διαμορφωθεί εκ νέου ένας ορίζοντας κοινωνικής χειραφέτησης, ικανός να υπερβεί τόσο τον ηθικισμό όσο και τον πολιτικό πραγματισμό και την μοιρολατρία που κυριαρχούν σήμερα.

Η ανασυγκρότηση αυτή δεν αποτελεί κάποιου είδους ακαδημαϊκή ασχολία. Συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την επανεμφάνιση ενός πραγματικά ανταγωνιστικού και κριτικού κινήματος, το οποίο δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης ούτε θα αναζητά υποκατάστατα του κοινωνικού ανταγωνισμού σε γεωπολιτικές ή πολιτισμικές αφηγήσεις. Αντίθετα, θα επαναφέρει στο επίκεντρο την κριτική των ίδιων των κοινωνικών μορφών που συγκροτούν και αναπαράγουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.

από την σύνταξη

Related posts