Το κείμενο που ακολουθεί βρίσκεται στο 4ο τεύχος της έντυπης έκδοσης του Shades Magazine. Αποτελεί το πρώτο από τα τρία κείμενα του τεύχους που δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο: «Τρεις Πολεμικές για τον Πόλεμο». Τα κείμενα αυτά ήταν το αποτέλεσμα των συζητήσεων στο εσωτερικό του Shades το 2022.
1.
Οι εξελίξεις στον καπιταλιστικό κόσμο μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, καταρχήν επιβάλουν μια νηφάλια τοποθέτηση από εκείνους τους πολιτικούς κύκλους και εκείνες της φωνές της Θεωρίας που τοποθετούν πραγματικά την ύπαρξη τους στην απέναντι όχθη. Ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία και των διάφορων πόλων του καπιταλιστικού κόσμου που διψούν για την παραπέρα διεύρυνση της δικής τους κερδοφορίας στη σφαίρα της κυκλοφορίας.
Δεν μπορεί όμως, να κρυφτεί η αδυναμία να διατυπώσουμε μια σειρά θέσεις ενάντια στον σημερινό πόλεμο. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε μια εποχή όπου υπάρχει μια συνολική υποχώρηση της υλιστικής κριτικής του υπάρχοντος, του κομμουνιστικού κινήματος, όπως και η απουσία μιας οργανωμένης έκφρασης του με μαζικά χαρακτηριστικά. Παρά τους αρνητικούς συσχετισμούς, που έφερε το κλείσιμο του κύκλου του ιστορικού εργατικού κινήματος με ήττα, το πρόταγμα για μια κοινωνία χειραφετημένη από την εκμετάλλευση, τη βαρβαρότητα και τον μιλιταρισμό επιβιώνει ακόμα. Οι απόπειρες για μια χειραφετημένη ζωή παραμένει μια πυξίδα για τους καταπιεσμένους, η διαλεκτική της ελπίδας, που χωρίς αυτές τις απόπειρες η ζωή μας δεν θα είχε κανένα νόημα.
Από την αυγή του νεωτερικού αστικού πολιτισμού μπορούμε να εντοπίσουμε τις ίδιες τις αντιφάσεις για την «έναρξη μιας νέας ζωής», της χειραφέτησης του ατόμου, της ατομικής ισότητας και το τέλος των εχθροπραξιών ανάμεσα στα έθνη. Η «ορθολογιστική» ιδέα του ίδιου του Διαφωτισμού για την κυριάρχηση πάνω στη φύση με στόχο την επίλυση των βασικών αγωνιών του ανθρώπου, δεν ήταν τίποτα άλλο από την κατασκευή των μέσων αυτών που είναι απαραίτητα για την κυριάρχηση πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο. Την καλύτερη διαχείριση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Της προώθησης των συμφερόντων της κυρίαρχης αστικής τάξης. Σε τελική ανάλυση αυτή η «ορθολογικοποίηση» της ζωής που έφερε η αστική κοινωνία αντιστρέφεται και πάλι σε αυτό που πραγματικά είναι: σε μια απόλυτη πλάνη.
Οι υποσχέσεις των αστών ουμανιστών, ακόμα και των σοσιαλιστών της Β’ Διεθνούς για το τέλος των πολέμων στην αστική κοινωνία, εύκολα μετατράπηκαν όταν χρειάστηκε σε πατριωτικές, πολεμικές ιαχές, ειδικά την περίοδο της έναρξης του Α’ παγκοσμίου πολέμου [1]. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν μόνο οι αστοί ουμανιστές, αλλά το ότι η ίδια η αστική εξουσία προετοίμαζε τις συνθήκες για την κινητοποίηση για μια μαζική σφαγή όπως ήταν ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος. Θα μπορούσαμε ίσως να ανατρέξουμε σε κείμενα όπως την αυτοβιογραφία του Stefan Zweig [2] που γράφει για την κατάσταση που επικρατούσε τις παραμονές του πρώτου μεγάλου γενικευμένου πολέμου. Σύμφωνα με αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα, η κοινότητα του Έθνους-Λαού στη Γερμανία και την Αυστρία πήγαινε με χαρά και ενθουσιασμό να γίνει κρέας για τα κανόνια του πολέμου που την έσυρε η αστική τάξη, για να επανέρθει βέβαια στην βάρβαρη πραγματικότητα που επιφύλαξε ο πόλεμος λίγο αργότερα όταν έφτασε ένα ποτάμι φέρετρα νεκρών στρατιωτών πίσω στη «πατρίδα». Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να συμβεί, αν δεν είχε σφυρηλατηθεί το μιλιταριστικό πνεύμα μέσα στην εργατική τάξη και ειδικά στα λιγότερο ταξικά συνειδητοποιημένα κομμάτια της. Ο μιλιταρισμός λοιπόν δεν είναι τίποτα άλλο από μια προετοιμασία, μια οδός που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια προς το θάνατο για τα συμφέροντα της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης.
Ο μιλιταρισμός και ο πόλεμος είναι βασικά στοιχεία ριζωμένα βαθιά στη δομή όλων των ταξικά διαιρεμένων κοινωνιών. Στην ιστορία εμφανίζουν μια ποικιλομορφία εκφάνσεων ανάλογα με την εποχή και τις συνθήκες. Στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, ο πόλεμος δεν έπαψε ούτε ένα λεπτό να αποτελεί μια πραγματικότητα κάπου επάνω στον πλανήτη. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τον πόλεμο. Εθνικά καπιταλιστικά κράτη ή ευρύτερες συμμαχίες καπιταλιστικών εθνικών κρατών στον αγώνα δρόμου που διεξάγουν για την υπεράσπιση της οικονομικής τους θέσης, καθώς και για την επέκταση της σφαίρας επιρροής τους, ιστορικά ενεπλάκησαν σε πολέμους «σαν την συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Αυτό συμβαίνει γιατί η βάση κάθε κοινωνικής σχέσης εξουσίας στον καπιταλισμό, βασίζεται στην συσσώρευση τεχνικής, τεχνογνωσίας, υλικών πόρων, αξίας, στην απόλυτη συνείδηση μιας τάξης για τα συμφέροντα της που πρέπει να επιβληθούν πάση θυσία.
Ο μιλιταρισμός όμως έχει και μια δεύτερη εσωτερική λειτουργία. Χρησιμεύει για την καταστολή του εσωτερικού προλεταριακού εχθρού που βρίσκεται κάτω την κυριαρχία της αστικής τάξης που το εκμεταλλεύεται. Ο μιλιταρισμός στο εσωτερικό του κράτους υπερασπίζεται το δικαίωμα της αστικής τάξης στο «μονοπώλιο της βίας». Όπως επισημαίνει και ο Καρλ Λίμπκνεχτ στο βιβλίο του «Μιλιταρισμός και Αντιμιλιταρισμός» [3] μια οικονομική τάξη μπορεί να παραμείνει για ένα διάστημα στην εξουσία ακόμα και αν έχει χάσει την οικονομική της εξουσία, μόνο γιατί υπερέχει στην δύναμη των όπλων. Ο καπιταλιστικός μιλιταρισμός εμφανίζεται συνήθως με δύο μορφές ως μόνιμος στρατός, και ως τα πολλαπλά στρώματα των σωμάτων καταστολής: Αστυνομία, ΜΑΤ, εθνοφρουρά ακόμα και παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές κοκ.
Η συνθήκη απόλυτης στράτευσης των υποτελών σε συνθήκη πολέμου, γίνεται δυνατή μόνο μέσα από την πρωταρχική ένταξη στην βάρβαρη συλλογικότητα του έθνους. Η κατασκευή μιας «ψευδούς συνείδησης», μιας μεταφυσικής περί κοινής καταγωγής, αίματος, γλώσσας, θρησκείας, σε τελική ανάλυση ενός εθνικού υποκειμένου που τα χαρακτηριστικά του μένουν αναλλοίωτα μέσα στον ιστορικό χρόνο είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την στράτευση των υποτελών σε ένα πόλεμο. Η «Εθνική Κοινότητα του Λαού» είναι μια «διαταξική κοινότητα», που ιστορικά δημιουργεί σύγχυση στους υποτελείς μέσα στα καπιταλιστικά κράτη. Το μιλιταριστικό πνεύμα βασίζεται και τρέφεται από τη μυθολογία του Έθνους-Κράτους και για τη διάδοση του μπαίνουν στην υπηρεσία του οι περισσότεροι μηχανισμοί του αστικού κράτους, από την σχολική εκπαίδευση, την εκκλησία μέχρι και άλλους θεσμούς όπως είναι οι μαθητικές παρελάσεις. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθνικός πόλεμος εμφανίζεται ως ένα ιερό καθήκον.
Σήμερα ο πόλεμος στην Ουκρανία, κινητοποιείται από και κινητοποιεί ξανά, τις προϋποθέσεις για έναν νέο πατριωτικό πόλεμο. Την επιδίωξη για μια μεγάλη Ρωσία κυρίαρχη στον κόσμο, ή το φαινομενικά αντίπαλο δέος στην Δύση. Γι’ αυτό σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πούμε ότι δημιουργούνται αρκετά ερωτήματα που ψάχνουν απαντήσεις. Πώς δημιουργείται σήμερα η (ψυχική και κοινωνική) προϋπόθεση ενός νέου πατριωτικού πολέμου; Τι ανακινεί ιστορικά η εισβολή της Ρωσίας; Πώς κατασκευάζεται ο εθνικός εαυτός σήμερα; με ποιους τρόπους προετοιμάζεται για πόλεμο;
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία σε μια σύγκρουση διαφορετικών μπλοκ της καπιταλιστικής κυριαρχίας έχει κύριο θύμα τον άμαχο πληθυσμό της Ουκρανίας. Την ίδια στιγμή η καπιταλιστική κρίση μπαίνει σε μια νέα φάση κλιμάκωσης. Οι τιμές στην ενέργεια έχουν χτυπήσει κόκκινο. Ο πληθωρισμός πλήττει τα φτωχότερα στρώματα της εργατικής τάξης που αδυνατούν να αγοράσουν πλέον ακόμα και τα απαραίτητα. Και όσο ηχούν τα τύμπανα του πολέμου και μαίνεται η καπιταλιστική κρίση, τόσο αυξάνονται τα εθνικιστικά, πατριωτικά παραληρήματα, ο ιστορικός αναθεωρητισμός.
Μια αρχική τοποθέτηση για το ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία βάζει το καθήκον της καταδίκης της χώρας που κάνει την επίθεση. Αυτοί που πληρώνουν αυτή τη στιγμή το τίμημα των στρατιωτικών επιχειρήσεων της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι που είτε ξεσπιτώνονται, είτε χάνουν τη ζωή τους, στη Μαριούπολη, στο Κίεβο και αλλού. Ωστόσο, δεν αρκεί, από πλευρά μας, μονάχα μια καταδίκη του πολέμου, αλλά χρειάζεται να αναζωπυρώσουμε τις εστίες της αντιμιλιταριστικής δράσης στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κρατών που βρισκόμαστε, καθώς και να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν σε ένα ακόμα πόλεμο.
Για να κατανοηθεί ορθά το τι συμβαίνει στην Ουκρανία, πρέπει να δούμε τι έχει ιστορικά συμβεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Δηλαδή να δούμε συνέχεια ποιας πολιτικής είναι αυτός ο πόλεμος.
Η Ουκρανία, ως καπιταλιστικό κράτος μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, είχε εξαρχής στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με την Ρωσία. Ταυτόχρονα όμως ενισχύθηκε και η επιρροή του δυτικού κεφαλαίου. Η αστική τάξη στην Ουκρανία χωρίστηκε ουσιαστικά σε δύο στρατόπεδα συμφερόντων και διχάστηκε. Οι τάσεις αυτές άρχισαν ανοιχτά να συγκρούονται εδώ και περίπου είκοσι χρόνια, με ορόσημα αυτής της σύγκρουσης τη λεγόμενη «πορτοκαλί επανάσταση» το 2004 και το Μάινταν, που οδήγησε στην πραξικοπηματική ανατροπή της φιλορωσικής κυβέρνησης το 2014. Στις σφαγές του ρωσόφωνου πληθυσμού από νεοναζί, στον πόλεμο στην Ανατολική Ουκρανία στην περιοχή του Ντονμπάς και την απόσχιση τους με τη στήριξη της Ρωσίας. Τέλος στην ανεξαρτητοποίηση της Κριμαίας και την ενσωμάτωση της στη Ρωσία.
Οι ρωσόφωνοι πληθυσμοί της Ουκρανίας, κυρίως στα ανατολικά σύνορα της, είχαν ξεκινήσει ήδη από πριν να κατασκευάζονται ως ένας εσωτερικός εχθρός του ουκρανικού έθνους: ένας πόλος δυνητικής αποσταθεροποίησης του ολοποιητικού εθνικού αφηγήματος. Η κατασκευή τους ως εθνικά άλλων, και η μετέπειτα εντατικοποίηση της επίθεσης εναντίον τους, αποτέλεσε και μια εναρκτήρια πράξη “εισβολής” στο εσωτερικό της χώρας, η οποία συνηγορούσε με την απαρτίωση του εθνικού λαϊκού αιτήματος για “δυτικοποίηση”.
Το Μάινταν ήταν η ευκαιρία που έψαχνε το Ρωσικό καπιταλιστικό κράτος για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα. Ο Ρωσικός κρατικός λόγος, μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, έχει κατορθώσει να εδαφικοποιήσει τα κοινωνικά οράματα για χειραφέτηση που έφερε το ιστορικό εγχείρημα (με τα όρια του) του “πρώτου εργατικού κράτους”, μέσα σε ένα νέο καπιταλιστικό αυτοκρατορικό αφήγημα, όπου ο Πούτιν, εμπνέει το φαντασιακό ενός “νέου Τσάρου”.
Σε αυτό τον Πόλεμο συγκρούονται δύο στρατόπεδα συμφερόντων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Από την μία η Ρωσία από την άλλη, με επίκεντρο την Ουκρανία, τα συμφέροντα των δυτικών διακρατικών ενώσεων του κεφαλαίου. Η Ουκρανία, μια χώρα του πρώην σοβιετικού μπλοκ βυθισμένη σε μια χαμηλή ανταγωνιστικότητα, πλήττεται τα τελευταία χρόνια από μια οικονομική και πολιτική κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, το ουκρανικό κράτος (τόσο μετά όσο και πριν το Μάινταν) διέλυσε κάθε έννοια κοινωνικής παροχής, όπως επιδόματα και συντάξεις. Μετά το 2014 η αιτία πίσω από το ξεκλήρισμα των νοσοκομείων, των σχολείων και των πανεπιστημίων, καθώς και των συντάξεων σε επίπεδο φτώχειας και της έλλειψης αυξήσεων στους μισθούς του δημόσιου τομέα, ήταν η έμφαση στον εξοπλισμό, την συντήρηση, την εκπαίδευση και γενικά στην διεύρυνση του στρατού. Η Ουκρανία επένδυσε στον υλικό και ιδεολογικό μιλιταρισμό
Τόσο η ΕΕ όσο και η Ρωσία θέλουν την Ουκρανία όχι για να την κάνουν κάτι άλλο, αλλά για αυτό που είναι. Μια χώρα με χαμηλό επίπεδο ζωής, με πολύ φτηνή εργατική δύναμη, με χαμηλή σύνθεση κεφαλαίου και με ανύπαρκτο συνδικαλισμό.
Σε αυτό το σημείο προκύπτουν λοιπόν ξανά διάφορα ερωτήματα: πώς παράγεται η πολεμική διάταξη στο εσωτερικό της Ευρώπης: Τι σημαίνει το ιδεολογικό αφήγημα για το κάλεσμα της υπεράσπισης των δημοκρατικών κοινωνιών “μας”; Πως εμφανίζει ξανά η αστική δημοκρατία εκβιαστικά τον εαυτό της ως τον μόνο ρυθμιστή της κανονικότητας μέσα από την ιδεολογία του ολοκληρωτισμού καθώς και τον ιστορικό σχετικισμό του τύπου: Ο Πούτιν ο νέος χίτλερ που θέλει να μας “γυρίσει πίσω”.
Το απόθεμα μιας “παράλογης επιθετικότητας” τοποθετείται εξ’αρχής στο πλευρό του “εχθρού” ενώ το εσωτερικό στρατόπεδο, εμφανίζεται ως “η μόνη λογική απάντηση”. Ανακαινίζεται έτσι το εσωτερικό ως ένας χώρος “καθαρός”, ο οποίος βρίσκεται εκτός της ιστορίας: δεν έχει παρελθόν, κατοικεί ένα αιώνιο παρόν και συνεχώς προοδεύει προς ένα φαντασιακό μέλλον. Μέσω μιας τέτοιας πολιτικής χρονολογίας, οι σημερινές δυτικές δημοκρατίες, επιχειρούν να αποικίσουν όλον τον ιστορικό χρόνο, να λειάνουν την πολλαπλότητα της ιστορικής μνήμης των καταπιεσμένων, και να παράξουν κατ’αυτό τον τρόπο τον εθνικό εαυτό ως αυτόν που δύναται συνεχώς να “αντισταθεί”, προκειμένου η πρόοδος να μην ανακοπεί από τις “σκοτεινές”, “ξένες” και “απειλητικές” δυνάμεις. Στο επίπεδο της κρατικής ιδεολογίας στην δύση, αυτό συμβαίνει μέσα από το δίπολο “δημοκρατία” – “αντιδημοκρατία”.
Στο ρωσικό έδαφος ακούμε οτι ο αντιφασισμός ιδεολογικοποιείται απο το κράτος (βλ. αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας κλπ). Μέσω αυτής της σχετικοποιητικής κεφαλαιοποίησης της Αντιφασιστικής Νίκης, η Ρωσική Ομοσπονδία, εξοπλίζει την πολεμική μηχανή της, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί και ιδεολογικό σανό για τους εθνοαντιιμπεριαλιστές στην Ευρώπη ότι αποτελεί κράτος αντίπαλο δέος.
Παρόλο που ίσως στις τοπικές εντάσεις που αποκτούν αυτές οι συσσωρεύσεις των κρατικών ιδεολογιών, να μην μπορούν να ειδωθούν ως κάτι ενιαίο, εντούτοις η από κοινού αναγνώριση του σχηματισμού τους, μπορεί να μας δώσει σήμερα μια προοπτική για διεθνιστική επικοινωνία. ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο θα μπορέσουμε να δούμε, τους τρόπους που διαφοροποιημένα και από κοινού, αποϊστορικοποιούν τις συγκρούσεις που προηγήθηκαν και τις συγκεκριμένες υλικές συνθήκες που τις παρήγαγαν. Με ένα τρόπο, δηλαδή, οι πολεμικές ιαχές που φωνάζουν πως “ο Πούτιν είναι ο νέος χίτλερ” και εκείνες που φωνάζουν “η αποναζιστικοποίηση προχωρά με επιτυχία”, κατορθώνουν από κοινού μια ανανέωση των όρων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Συνεπώς, από μια ανταγωνιστική σκοπιά, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να δούμε την Ρωσία σαν τον «απολυταρχικό Άλλο», αλλά αντίθετα αυτό που μας αναλογεί είναι: να μάθουμε, να ακούσουμε, να βρούμε συσχετίσεις και αναλύσεις σχετικά με το πώς η καταστολή και η προληπτική αντεπανάσταση όπως έγινε στο Καζακστάν που αποτελεί τακτική του ρωσικού καπιταλιστικού κράτους, αποτελεί ένα πολιτικό επίδικο και για τα δυτικά καπιταλιστικά κράτη.
Τελικά, από την σκοπιά της υλιστικής κριτικής, πρέπει να αντιληφθούμε τις φιγούρες που εμφανίζονται μέσα στο θέατρο των εθνικών-κρατικών συγκρούσεων, ως τάσεις για κυριάρχηση της ιδεολογίας πάνω στον πραγματικό ιστορικό χρόνο. Οι δυνάμεις που τις παράγουν, όσο επενεργούν πραγματικά πάνω στην υλική συνθήκη των ζωών μας, την ίδια στιγμή παράγουν και εγκαθιστούν το ιδεολογικό τους ψεύδος μέσα στην καρδιά της κατανόησης μας για αυτές (τις ζωές μας). Αυτή η διπλή τους λειτουργία αποτελεί σήμερα το πρώτο και σημαντικότερο εμπόδιο που πρέπει να προσπεράσουμε για να αναλύσουμε το τι συμβαίνει. Και να αναλάβουμε τις ευθύνες αυτής της ιστορικής ανάγνωσης ενάντια σε όσους επιμένουν να υπερασπίζονται το ψεύδος.
Σημειώσεις – Παραπομπές
[1] Ως γνωστό, τα μεγάλα κόμματα της Α’ Διεθνούς στήριξαν τις αστικές τους τάξεις κατά την έναρξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Η στροφή αυτή προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα και τελικά οδήγησε στην απόσχιση της αριστεράς και την ίδρυση της Γ’ Διεθνούς. Διαβάστε σχετικά στον τόμο με κείμενα του Β.Ι Λένιν με τίτλο: για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2017.
[2] Stefan Zweig Ο κόσμος του χθές. Οι αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου. Εκδόσεις Printa, 2006.
[3] Καρλ Λίμπκνεχτ Μιλιταρισμός και Αντιμιλιταρισμός. Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2014