Το περιστατικό με τη συναυλία σε νυχτερινό κέντρο της Φλώρινας πριν λίγες μέρες (22 Δεκεμβρίου, 2025) δεν αποτελεί ένα «μεμονωμένο επεισόδιο παρεξήγησης», αλλά συμπύκνωση μιας υλικής και ιδεολογικής πραγματικότητας που διατρέχει ιστορικά το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος από τη συγκρότησή του μέχρι σήμερα. Η εθνική ιδεολογία του ελληνικού αστικού κράτους έχει, άλλωστε, πολλαπλές λειτουργίες. Ανάμεσα σε πολλές άλλες ακόμα που δεν θα επισημάνουμε σε αυτό το άρθρο: είναι μηχανισμός ιδεολογικής πειθάρχησης των υποτελών του αστικού κράτους, ο ταξικός μηχανισμός του μονοπωλίου της βίας, αλλά και ένας μηχανισμός αποκλεισμού και άσκησης σιωπηλής βίας σε βάρος των μειονοτικών πληθυσμών της επικράτειας.
Ο ελληνικός εθνικισμός δεν λειτουργεί μόνο στο επίπεδο των μεγάλων αφηγήσεων, αλλά και στο καθημερινό, μικροπολιτικό επίπεδο. Υποδεικνύει με σαφήνεια ποια γλώσσα «επιτρέπεται» να ακούγεται, ποιο τραγούδι «χωρά» στον δημόσιο χώρο, ποιος έχει δικαίωμα να μιλά και ποιος οφείλει να σιωπά. Η απαγόρευση ή η στοχοποίηση της μακεδονικής γλώσσας δεν αποτελεί λοιπόν ένα ιστορικό κατάλοιπο, αλλά είναι μια ζωντανή, καθημερινή πρακτική με στόχο την εθνική πειθαρχία, που αναπαράγεται μέσα από θεσμούς, την τοπική εξουσία, παρακρατικούς μηχανισμούς που συνεχίζουν να ανθίζουν στην Ελλάδα, καθώς και τους «αγανακτισμένους πολίτες» που αναλαμβάνουν τον ρόλο μιας άτυπης παρακρατικής εθνοφυλακής.
Ο ελληνικός εθνικισμός και ιδεολογία σε αυτή την περίπτωση λειτουργεί ως εγγυητής της εθνο-λαϊκής συνοχής και της «κοινωνικής ειρήνης» σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης. Εκεί όπου η καπιταλιστική πραγματικότητα διαλύει θεσμούς, αποσταθεροποιεί τις εργασιακές σχέσεις και απαξιώνει ακόμα και την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση, η ιδέα της υπεράσπισης της εθνικής λαϊκής κοινότητας και των ιερών της επιστρατεύεται ως το ενιαίο φαντασιακό καταφύγιο απέναντι σε αυτή την κρίση. Ο «ξένος», ο «άλλος», η «απαγορευμένη γλώσσα» γίνονται το βολικό αντικείμενο πάνω στο οποίο εκτονώνεται η λαϊκή ένταση που παράγει η γενικευμένη υλική ανισότητα και δυσαρέσκεια.
Καλό είναι να δούμε καθαρά ότι η καταστολή της μακεδονικής μειονότητας – της γλώσσας, της μνήμης, της πολιτισμικής της έκφρασης – δεν είναι απλώς ένα ζήτημα «ευαισθησίας», όπως επιδιώκουν να μας πείσουν τμήματα της σοσιαλδημοκρατικής «αριστεράς». Πρόκειται για ζήτημα κατανόησης των ιδεολογικών μηχανισμών πειθάρχησης του εθνικού κορμού και της επιβολής της αστικής κυριαρχίας.
Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε την κυριαρχία του στη Μακεδονία, στη Θράκη και αλλού μέσα από εκτοπίσεις, γκετοποίηση χωριών, μετονομασίες, απαγορεύσεις γλωσσών και ποινικοποίηση κάθε διαφορετικής εθνοτικής έκφρασης. Ο ρουφιάνος, ο αστυφύλακας, ο παπάς και ο δάσκαλος συγκρότησαν έναν ενιαίο μηχανισμό επιτήρησης και βίας, ασκώντας τρομοκρατία και καταστολή σε βάρος της Μακεδονικής ή άλλων μειονοτικών ομάδων. Αυτός ήταν ο δικός του τρόπος ως κράτος, για την διαχείριση των πληθυσμών στο εσωτερικό του.
Αυτές οι πρακτικές δεν ανήκουν στο παρελθόν. Επανεμφανίζονται κάθε φορά που η αστική εξουσία φοβάται ότι η εθνική αφήγηση απειλείται. Το μετεμφυλιακό καθεστώς δεν ξέχασε ποτέ ότι η πλειοψηφία της Μακεδονικής Μειονότητας στάθηκε στο πλευρό του κομμουνιστικού κινήματος (αυτό που υπήρξε μέσα από τις τραγικές του αντιφάσεις και όρια) και του ΔΣΕ, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος για το σοσιαλιστικό μέλλον και μια ζωή χειραφετημένη από την καπιταλιστική βαρβαρότητα, και ενάντια στον ελληνικό φασισμό.
Το Shades Magazine, από την αρχή της λειτουργίας του και σταθερά έκτοτε, άνοιξε αυτό το ζήτημα με σαφή και πολιτικά προσδιορισμένο τρόπο, επιχειρώντας να μην σκεπαστεί η υπόθεση της μακεδονικής μειονότητας από τη λήθη. Προώθησε μια ανταγωνιστική ιστορική έρευνα πάνω σε αυτά τα καυτά ζητήματα που συνεχίζουν να απασχολούν την συζήτηση, επιχειρώντας να παράξει διαλεκτικές ρωγμές στην ομογενοποίηση που επιβάλει η Εθνική Κοινότητα.
Η επίθεση απέναντι στους Banda Entopica είναι επίθεση απέναντι στο βασικό αστικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αλλά και απέναντι σε κάθε μειονοτική φωνή που αρνείται να πάρει τον αναγκαστικό δρόμο προς την εξαφάνιση της.
Η αλληλεγγύη στη μακεδονική μειονότητα δεν είναι μια πράξη «πολιτισμικής ευαισθησίας», αλλά μια πολιτική στάση που πρέπει να έχει κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος σε αυτή την χώρα. Είναι μια πράξη άρνησης στην ενσωμάτωσης μας στην εθνική βαρβαρότητα που απαιτεί την σιωπή, την εθνική ομοιομορφία και την υποταγή. Είναι υπεράσπιση του δικαιώματος στη γλώσσα, στη μνήμη και στην υλική ύπαρξη των ανθρώπων απέναντι σε ένα κρατικό μηχανισμό που συνεχίζει να φοβάται ό,τι δεν μπορεί να αφομοιώσει ολοκληρωτικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που δεν αναγνωρίζει μειονότητες στο εσωτερικό της.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι πάνω στα ζήτημα του «μακεδονικού» χτίστηκαν πολιτικές καριέρες όπως ήταν αυτή του πρώην πρωθυπουργού κ. Σαμαρά, αλλά και το ότι βρήκαν τον δρόμο προς την επιφάνεια, κυρίως στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, ένα πλήθος νεοφασιστικές, νεοναζιστικές ομάδες, όπως και αυτές του χριστιανοόρθοξου φονταμενταλισμού. Το «Μακεδονικό» έγινε ο ενοποιητικός κρίκος και ο «τόπος συνάντησης» φαινομενικά διαφορετικών πολιτικών απόψεων του εθνο-λαϊκού παράγοντα.
Απέναντι στον ελληνικό εθνικισμό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας αφηρημένος «αστικός ανθρωπισμός», αλλά η υλιστική, κομμουνιστική κριτική και δράση απέναντι στο καπιταλιστικό υπάρχον: Είμαστε στο πλευρό των μειονοτήτων, με όλους όσους υφίστανται την καθημερινή βία της εθνικής κανονικότητας. Γιατί κάθε τραγούδι που φιμώνεται στο όνομα του έθνους είναι μια πρόβα για την ποιοτική αυταρχική αναβάθμιση του αστικού κράτους. Και αυτή η σιωπή δεν αφορά ποτέ μόνο «κάποιους Άλλους».
από την πρωτοβουλία Shades Aufbau – Κοινότητα, Θεωρία, Δικτύωση