Τέχνη, Εμμενής Κομμουνισμός και Αξιακή Μορφή: έξι Σημειώσεις

του Lucifugo, a diavolo in corpo

Το παρόν κείμενο, που δημοσιεύτηκε στο Shades, αρχικά στα αγγλικά, τον Απρίλιο του 2016 επιχειρεί μια ριζική θεωρητική αποσυναρμολόγηση της ιδεολογικής αυτονομίας της Τέχνης, αντιμετωπίζοντάς την όχι ως υπεριστορική σφαίρα του «καθαρού πνεύματος», αλλά ως κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένη μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας. Αφετηρία του αποτελεί η κριτική στην αισθητική απολογία της Τέχνης ως συμβολικής λύτρωσης ενός ακρωτηριασμένου κόσμου, καθώς και η ανάλυση της σχιζοειδούς διάσπασης ανάμεσα στην ανθρώπινη πράξη και στα κοινωνικά της αποτελέσματα – διάσπαση που καθιστά δυνατή την ανάδυση της Τέχνης ως χωρισμένης, «ιεροποιημένης» συνείδησης.

Μέσα από έξι θεωρητικές σημειώσεις, το κείμενο διερευνά τη διπλή, αντιφατική φύση της Τέχνης: αφενός ως μορφή αναπαραγωγής της αλλοτριωμένης κοινωνικής ολότητας του κόσμου όπου κυριαρχεί το εμπόρευμα και αφετέρου ως μια αισθητηριακή και συμβολική πραγμάτωση μιας εμμενούς δυνατότητας υπέρβασής της (Κομμουνισμός) . Η Τέχνη προσεγγίζεται ως ζωντανή αντίφαση, ως πεδίο όπου το «είναι» και το «θα μπορούσε να είναι» συνυπάρχουν χωρίς να συμφιλιώνονται. Σε συνθήκες γενικευμένης εμπορευματοποίησης και κυριαρχίας του Θεάματος, το ερώτημα για τη δυνατότητα μιας απελευθερωτικής καλλιτεχνικής πρακτικής επανέρχεται όχι ως αισθητικό πρόβλημα, αλλά ως κατεξοχήν κοινωνικο-ιστορικό και πολιτικό διακύβευμα.

(1)

Η «Τέχνη», ως αισθητική λύτρωση και ως συμβολική εξιδανίκευση των «επιβλαβών συνεπειών των ανθρώπινων πράξεων»[1], δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η αποσπασμένη, απολογητική «συνείδηση» ανδρών και γυναικών που ζουν, σκέφτονται και δρουν «λίγο ή πολύ» ασυνείδητα και εκ των υστέρων αποδίδουν ένα «Καλό» ή «Κακό» νόημα (Αριστοτέλης) στις ίδιες τους τις «αμετάβλητες πράξεις μέσω των Τεχνών και των Επιστημών» (Πλάτων), καθώς αυτές αυτονομιμοποιούνται ως διαχωρισμένες, αιώνιες εκφάνσεις του «Απόλυτου Πνεύματος» (Χέγκελ), μέσα σε μια ακρωτηριασμένη, διαιρεμένη κοινότητα ανδρών και γυναικών, των οποίων οι πραγμοποιημένες «πράξεις» είναι εκ των πραγμάτων αποκομμένες από την κριτική αντίληψη των «ίδιων τους των συνεπειών».

(2)

Λογικά και κοινωνικοϊστορικά, ολόκληρη η μυθική και μυστικιστική, θεοειδής αυτονομία της Τέχνης ως «καθαρού Λόγου στο Βήμα του Κόσμου» (Θωμάς Ακινάτης) οικοδομείται πάνω σε αυτόν τον φυσικοποιημένο (και όχι «φυσικό») και σχιζοειδή διαχωρισμό ανάμεσα στις «ανθρώπινες πράξεις» και στα «σημαντικά αποτελέσματα» ή τις «συνέπειες» της εκάστοτε άλογης «πράξης». Μόνο και μόνο επί τη βάσει αυτού του φυσικοποιημένου και φετιχιστικού διαχωρισμού (ήτοι της αιωνιοποιημένης κοινωνικής κυριαρχίας), ο οποίος γίνεται αυτονόητος μέσω της «θρησκευτικότητας της καθημερινής ζωής» (Μαρξ), η Τέχνη μπορεί να νομιμοποιεί τόσο τον εαυτό της όσο και τον αλλοτριωμένο κόσμο ως την «Ύστατη Συνείδηση» ενός «Ασυνείδητου Κόσμου», όπου ο λεγόμενος «καλλιτέχνης» και το λεγόμενο «κοινό» του, ως ενσώματες κοινωνικές μορφές, καθίστανται — με έναν αντικειμενικά αυτοπαραπλανημένο τρόπο — «Άγιοι Προφήτες και Μάρτυρες του Ιερού και Χαμένου Νοήματος της Ζωής».

(3)

Μέχρι εδώ, καλώς: αποδομήσαμε την «Παντοδυναμία της Τέχνης» προσδιορίζοντας εννοιολογικά (λογικά και κοινωνικοϊστορικά) τα «όρια της Τέχνης» ως μια «αιμορραγούσα καρδιά σε έναν άκαρδο και διχοτομημένο κόσμο», ο οποίος έχει φυσικοποιηθεί ως τέτοιος κοινωνικοϊστορικά. Όμως, με αυτόν τον τρόπο, πετύχαμε μόνο έναν φτωχό και «αρνητικό» προσδιορισμό του νοήματος της Τέχνης μέσα στην ανθρώπινη κοινωνική ζωή και δραστηριότητα. Η τόσο «προφανής» και «τετριμμένη αλήθεια» περί κάποιας διαχρονικής «ουσίας» που φαίνεται να αναπτύσσεται «εντός της Τέχνης» δεν διαθέτει καμία ορθολογική, συγκεκριμένη εξήγηση, εάν επιμένουμε μονοσήμαντα στον καθορισμένο κοινωνικοϊστορικό της προσδιορισμό. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η διαχρονική «ουσία» χωρίς την παραμικρή προσφυγή σε εξεζητημένο μυστικισμό, δηλαδή χωρίς να νοείται ταυτολογικά η «Τέχνη» ως κάποια θεοειδής «πνευματική εκπόρευση» (Μπέρκλεϋ) της φαντασμαγορικής «Υπερβατικής Δραστηριότητας του καθαρού Λόγου» (Καντ);

(4)

Η Τέχνη γεννιέται και πεθαίνει ως μια ζώσα αντίφαση που παράγει μια ανθρώπινα αισθητή και συμβολική μορφή της αντίθεσης ανάμεσα σε αυτό που «ΕΙΝΑΙ» και σε αυτό που «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ». Οι κοινωνικοϊστορικοί όροι της υπαρξιακής σύγκρουσης στα «πεδία του πραγματικού» απεικονίζονται από την Τέχνη, χωρίς ωστόσο να μπορούν να επιλυθούν ή να υπερβαθούν με τον ίδιο τρόπο. Η Τέχνη είναι ταυτόχρονα «Natura Naturata και Natura Naturans» (Σπινόζα): είναι μια διαμεσολαβημένη και παραγόμενη ανθρώπινη κοινωνική δραστηριότητα (natura naturata), η οποία ταυτόχρονα διαμεσολαβεί ιστορικά και προ-κατηγορικά δημιουργεί αυτή τη δραστηριότητα (natura naturans). Μόνο μέσα σε αυτή τη διπλή της μορφή η Τέχνη επιτυγχάνει συγκεκριμένη καθολικότητα (Κόζικ) και φέρει όχι μόνο όλα τα βάρη και τις αντιφάσεις της ιδιαίτερης κοινωνικοϊστορικής εποχής μέσα στην οποία γεννήθηκε, αλλά και τις υπερβαίνει, υπονομεύοντας την ίδια την πράξη της ιστορικής της γέννησης και της κοινωνικής της ύπαρξης ως διαχωρισμένης, «προνομιούχας» δραστηριότητας που εγγυάται ένα ακρωτηριασμένο «Αληθινά Σημαντικό». Μέσα σε αυτή την πολυεπίπεδη υπονόμευση του ίδιου της του διαχωρισμού από τους «Άλλους», η Τέχνη αυτοαναιρείται ως Τέχνη και καθίσταται ήδη μια μορφή εμμενούς κομμουνισμού, η οποία συμπίπτει πλήρως — αμφίδρομα — τόσο με την αφετηρία όσο και με τον προορισμό του «ανθρώπου» ως κοινωνικοϊστορικού Είναι-εντός-της-Επίγειας-Φύσης (Barnes), ικανού να παράγει, να (ανα)δημιουργεί και να συγκεκριμενοποιεί ως ζωντανό όλον την αλήθεια του.

(5)

Από τη στιγμή που η σκέψη, η έκφραση και η συνείδηση του ατόμου μετατρέπονται σε εμπόρευμα και η γλώσσα του σε απλό μέσο προώθησής του, η Τέχνη καθίσταται Θέαμα (Ντεμπόρ) και το Θέαμα γίνεται Τέχνη — ως μια νεκρή, μη-αιμορραγούσα πλέον καρδιά μέσα σε έναν νεκρό κόσμο. Τα Θεάματα της Τέχνης και οι Τέχνες του Θεάματος, στην αδιάσπαστη ενότητά τους που σφυρηλατείται από τις εκ των προτέρων και άφωνες κοινωνικές επιταγές της αυτονομημένης «διαδικασίας αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου»[2] (Μαρξ), συγκροτούν το «Απόλυτο Πνεύμα» (με χεγκελιανούς όρους) αυτής της μυθοποιημένης κοινωνικής μορφής του ανθρώπινου Είναι-εντός-της-Επίγειας-Φύσης. Κι όμως, ακόμη και τώρα, η «καλή» ή «κακή» Τέχνη, υπό την πανταχού παρούσα τυραννία του Θεάματος, παραμένει μια μορφή εμμενούς κομμουνισμού, όπου ο «τελικός ιδιοκτήτης» της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι «οι άλλοι» — οι «άλλοι» που συναντούν τους πόνους και τις απώλειές τους, τις ελπίδες και τις θλίψεις τους, το ίδιο τους το νόημα της Ζωής και του Θανάτου μέσα από τη δημιουργία του καλλιτέχνη. Ο ίδιος ο «καλλιτέχνης», ως προ-κατηγορικός, ενσώματος διαμεσολαβητής του ατομικού και του καθολικού, καθίσταται ένας από τους «άλλους», είναι ήδη ένας από τους «άλλους», καθώς μετασχηματίζεται ξανά και ξανά μέσα από τα «μάτια» της δημιουργίας του — «δημιουργημένα μάτια» που δεν παύουν να τον κοιτούν, όπως και τους «άλλους», ως τη συμβολική, συγκεκριμένη ικανότητα να αντιλαμβάνονται αυτό που ΕΙΝΑΙ και αυτό που ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ: Ομορφιά και Ασχήμια, Ελπίδα και Ματαίωση, Ζωή και Θάνατο. Το «Πνεύμα» δεν είναι μια φαντασμαγορική σχέση ανάμεσα σε νεκρά πράγματα, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης του ανθρώπινου, κοινωνικοϊστορικού Είναι-εντός-της-Επίγειας-Φύσης. Στους ασφυκτικούς μας καιρούς, όπου «η Τέχνη παράγεται θεαματικά» όπως κάθε άλλο νεκρό εμπόρευμα και οι «άλλοι» δεν είναι — ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο — παρά μια ομοιογενής μάζα «καταναλωτών Τεχνών και Θεαμάτων», έχει άραγε νόημα να μιλάμε για καλλιτεχνική δημιουργία με μια πλήρως απελευθερωτική έννοια; Με μια έννοια που δεν αποτελεί αισθητική απολογία, μια συμβολική νομιμοποίηση τύπου Ύβρις–Νέμεσις και μια πρακτική παγίωση του υπάρχοντος κόσμου;

(6)

Η απάντηση είναι πλέον προφανής. Η Τέχνη μπορεί να πραγματώσει τον «εαυτό» της μόνο ενάντια στον εαυτό της και ενάντια σε αυτόν τον κόσμο, ως μια ανθρώπινα αισθητή και συμβολική ενσάρκωση του εμμενούς κομμουνισμού, από τον οποίο τόσο οι πολλαπλές της ρίζες όσο και οι καρποί της έρχονται στη ζωή και στον θάνατο.

Σημειώσεις

[1] Με άλλους, περισσότερο «αρχαϊκούς» όρους: η Τέχνη ως εκ των υστέρων Νέμεσις που απαντά σε μια εκ των προτέρων Ύβρη.

[2] Η «διαδικασία αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου», εννοιολογικά και συγκεκριμένα προσδιορισμένη, αποτελεί μια πραγματική, μυθοποιημένη/πραγμοποιημένη κοινωνική σχέση («χρήμα που γεννά χρήμα» μέσω της κατάποσης της αφηρημένης εργασίας), δομημένη ως ιστορική ολότητα, η οποία εδράζεται και αναπαράγεται μέσω συγκεκριμένων νοητικών και πρακτικών κατηγοριών του κοινωνικού Είναι (αξία, χρήμα, εμπόρευμα, αφηρημένη εργασία κ.λπ.), μέσω των οποίων συγκροτείται η αντίληψη του «πραγματικού» τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά.

Related posts