Bronisława Wajs, Papusza – Η Τσιγγάνα ποιήτρια που έγραψε στη γλώσσα των Ρομά

Η Bronisława Wajs, Papusza (Κούκλα στη γλώσσα των Ρομά) γεννήθηκε το 1908 (ή το 1910) στο Λούμπλιν και πέθανε το 1987 στο Ινοβρότσουαφ. Καταγόταν από την εθνοτική ομάδα των Πολωνών Ρομά .Πέρασε τα παιδικά της χρόνια ταξιδεύοντας σε Πολωνία, Λιθουανία και Ουκρανία.

Έμαθε να διαβάζει και να γράφει με δική της πρωτοβουλία. “Ήθελα πολύ να μάθω να διαβάζω, αλλά οι γονείς μου δεν νοιάζονταν για μένα” θυμάται η Πάπουζα χρόνια αργότερα. “Έκλεβα κάτι, το έδινα στα παιδιά που πήγαιναν σχολείο και τους ζητούσα να μου δείξουν μερικά γράμματα. Κοντά μου ζούσε μια Εβραία. Έκλεβα κοτόπουλα, της τα έδινα και εκείνη με έμαθε να διαβάζω. Και μετά διάβασα πολλές εφημερίδες και διάφορα βιβλία. Ξέρω να διαβάζω καλά, αλλά γράφω φρικτά, γιατί έγραφα λίγο και διάβαζα πολύ”

Παντρεύτηκε τον Dionizy Wajs έναν ταλαντούχο αρπιστή, αλλά δεν έκαναν δικά τους παιδιά. Μεγάλωσαν ένα αγόρι, ένα ορφανό πολέμου ονόματι Władysław, που του έδωσε το παρατσούκλι Tarzanio . Η Πάπουζα βρήκε τον Ταρζάνιο στη Βολυνία, λίγες ώρες αφότου ένα απόσπασμα των Ες Ες σφαγίασε μια ομάδα Ρομά σε έναν αχυρώνα, αφήνοντας τον Ταρζάνιο μοναδικό επιζώντα.

Περιπλανώμενοι στη Βολυνία και την Πολεσία πολλοί από τους Ρομά της Πολωνίας βρήκαν καταφύγιο στα δάση μόλις έγινε σαφές ότι ήταν στόχοι των γενοκτονικών πολιτικών των Ναζί.

Αργότερα, περιέγραψε τις συνθήκες που βίωσε στο ποίημα “Δάκρυα αίματος- Πώς υποφέραμε από τους Γερμανούς στρατιώτες στη Βολυνία από το 1943 έως το 1944”. Αποσπάσματά του, μαζί με ένα πορτρέτο της Πάπουζα, βρίσκονται στο Οσφιέντσιμ (μουσείο του στρατοπέδου του Άουσβιτς), στο τμήμα που είναι αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα των Ρομά.

Δάκρυα αίματος

Πώς υποφέραμε από τους Γερμανούς στρατιώτες στη Βολυνία από το 1943 έως το 1944

Στο δάσος. Χωρίς νερό, χωρίς φωτιά — μεγάλη πείνα.

Πού θα μπορούσαν να κοιμηθούν τα παιδιά; Δεν είχαμε σκηνή.

Δεν μπορούσαμε να ανάψουμε φωτιά τη νύχτα.

Τη μέρα, ο καπνός θα ειδοποιούσε τους Γερμανούς.

Πώς να ζήσεις με τα παιδιά στο κρύο του χειμώνα;

Όλα είναι ξυπόλητα…

Όταν θέλησαν να μας δολοφονήσουν,

πρώτα μας ανάγκασαν σε σκληρή δουλειά.

Ένας Γερμανός ήρθε να μας δει.

— Σας έχω άσχημα νέα.

Θέλουν να σας σκοτώσουν απόψε.

Μην το πείτε σε κανέναν.

Κι εγώ είμαι μελαχρινός Τσιγγάνος,

από το αίμα σας — το αληθινό.

Ο Θεός να σας βοηθήσει

στο μαύρο δάσος…

Αφού είπε αυτά τα λόγια,

μας αγκάλιασε όλους…

Για δύο τρεις μέρες χωρίς φαγητό.

Όλοι πάνε για ύπνο πεινασμένοι.

Αδύνατο να κοιμηθούν

κοιτάζουν τα αστέρια…

Θεέ μου, πόσο όμορφο είναι να ζεις!

Οι Γερμανοί δεν θα μας αφήσουν…

Αχ, εσύ, αστεράκι μου!

Το ξημέρωμα είσαι μεγάλο!

Τύφλωσε τους Γερμανούς!

Μπέρδεψέ τους,

παράσυρε τους,

για να μπορέσει να ζήσει το Εβραιόπουλο και το Τσιγγανόπουλο!

Όταν ο βαρύς χειμώνας έρχεται,

τι θα κάνει η τσιγγάνα με ένα μικρό παιδί;

Πού θα βρει ρούχα;

Όλα γίνονται κουρέλια.

Κάποιος θέλει να πεθάνει.

Κανείς δεν ξέρει, μόνο ο ουρανός,

μόνο το ποτάμι ακούει το θρήνο μας.

Ποιανού τα μάτια μας είδαν ως εχθρούς;

Ποιανού το στόμα μας καταράστηκε;

Μην τους ακούς Θεέ μου.

Άκουσε εμάς!

Μια κρύα νύχτα ήρθε,

Οι γριές Τσιγγάνες τραγούδησαν

Ένα τσιγγάνικο παραμύθι:

Χρυσός χειμώνας θα έρθει,

χιόνι σαν αστεράκια,

θα σκεπάσει τη γη, τα χέρια.

Τα μαύρα μάτια θα παγώσουν,

οι καρδιές θα πεθάνουν.

Έπεσε τόσο χιόνι,

σκέπασε το δρόμο.

Μόνο τον Γαλαξία στον ουρανό μπορούσε κανείς να δει.

Τέτοια παγωμένη νύχτα

μια μικρή κόρη πεθαίνει,

και σε τέσσερις μέρες

οι μητέρες θάβουν στο χιόνι

τέσσερις μικρούς γιούς.

Ήλιε, χωρίς εσένα,

δες πώς πεθαίνει από το κρύο ένας μικρός Τσιγγάνος

στο μεγάλο δάσος.

Μια φορά, στο σπίτι, το φεγγάρι στεκόταν στο παράθυρο,

δεν με άφησε να κοιμηθώ. Κάποιος κοίταξε μέσα.

Ρώτησα — ποιος είναι εκεί;

— Άνοιξε την πόρτα, μελαχρινή μου Τσιγγάνα.

Είδα μια όμορφη νεαρή Εβραία,

που έτρεμε από το κρύο,

ζητώντας φαγητό.

Καημένη, μικρή μου.

Της έδωσα ψωμί, ό,τι είχα, πουκάμισο.

Και οι δύο ξεχάσαμε ότι όχι πολύ μακριά

ήταν η αστυνομία.

Αλλά δεν ήρθαν εκείνο το βράδυ.

Όλα τα πουλιά

προσεύχονται για τα παιδιά μας,

για να μην τα σκοτώσουν οι διαβολικοί άνθρωποι, οι οχιές,

Αχ, μοίρα!

Άτυχη τύχη μου!

Το χιόνι έπεφτε πυκνό σαν φύλλα,

μας έκλεινε το δρόμο,

τόσο βαρύ χιόνι, που έθαψε τις ρόδες.

Έπρεπε καποιος να τις ξεκολλήσει,

να σπρώξει τα κάρα πίσω από τα άλογα.

Πόσες δυστυχίες και πείνες!

Πόσες λύπες και δρόμοι!

Πόσες αιχμηρές πέτρες τρύπησαν τα πόδια μας!

Πόσες σφαίρες πέρασαν δίπλα από τα αυτιά μας!

Πηγές:

1)http://www.thehypertexts.com/Bronislawa%20Wajs%20Papusza…

2)[https://culture.pl/pl/tworca/papusza-bronislawa-wajs](https://culture.pl/pl/tworca/papusza-bronislawa-wajs…)

3)[https://encyklopedia.wimbp.gorzow.pl/p/papusza/papusza.html](https://encyklopedia.wimbp.gorzow.pl/…/papusza.html…)

4)[https://balticworlds.com/papusza/…](https://balticworlds.com/papusza/…)

5)[https://en.wikipedia.org/wiki/Bronis%C5%82awa_Wajs](https://en.wikipedia.org/wiki/Bronis%C5%82awa_Wajs…)

6)[https://pl.wikipedia.org/wiki/Papusza…](https://pl.wikipedia.org/wiki/Papusza…)

7) Προσωπογραφία: Hülya Ozdemir

https://www.facebook.com/photo/?fbid=10155741050232653&set=a.189851132652

Related posts