Ο Jean Améry (γνωστός και ως ο φιλόσοφος του Άουσβιτς) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Εβραίους διανοούμενους της μεταπολεμικής Ευρώπης. Επιζών του Άουσβιτς και βασανισμένος από τη Γκεστάπο, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην ανάλυση του αντισημιτισμού, της μνήμης και των ορίων της μεταπολεμικής «δημοκρατικής» συνείδησης. Στο κείμενο «Ο έντιμος αντισημιτισμός» που έγραψε στην γερμανική εφημερίδα DIE ZEIT (1969), παρεμβαίνει αιχμηρά απέναντι στη μετατόπιση του αντισημιτισμού μέσα σε τμήματα της δυτικοευρωπαϊκής αριστεράς, όπου ο αντισιωνισμός λειτουργεί —κατά τον ίδιο— ως μια νέα μορφή πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοποίησης των παλιών αντισημιτικών στερεοτύπων.
Jean Amery | Ο έντιμος αντισημιτισμός
Ο Ντε Γκωλ έπεσε. Μερικοί ένιωσαν άσχημα, όπως νιώθει κι ένας γρεναδιέρος του Χάινε — «κι εγώ επίσης, κι εγώ επίσης». Κρίμα όμως που στη Νέα Υόρκη δεν πέρασε τίποτε καλύτερο από το μυαλό του Γάλλου απεσταλμένου του Ο.Η.Ε., Armand Bérard, από το να φωνάζει απελπισμένος («Nouvel Observateur», 5 Μαΐου): «C’ est l’or juif!», και δεν διαψεύστηκε. Δεξί χέρι, αριστερό χέρι, όλα αναμείχθηκαν. Ο αντισημιτισμός τα βγάζει πέρα και, όπως είπε κάποτε ο Stefan George, «…er reißt in den Ring!». Το κλασικό φαινόμενο του αντισημιτισμού παίρνει ολοένα και πιο επίκαιρη μορφή.
Ο παλιός συνεχίζει να υπάρχει — κι αυτό θα το αποκαλέσω συνύπαρξη (Koexistenz). Ό,τι υπήρχε, έμεινε και θα μείνει. Ο Εβραίος με τη λοξή μύτη και τα στραβά πόδια, ο οποίος προσπαθεί κάτι τις — μα τι λέω; — προσπαθεί να τα αποφύγει όλα. Κατά αυτόν τον τρόπο απεικονίζεται σε αφίσες και λίβελους αραβικής προπαγάνδας, στους οποίους, όπως λέγεται, οι γερμανόφωνοι κύριοι στα καφέ, καλά κρυμμένοι πίσω από αραβικά ονόματα, εισέπρατταν κιόλας όφελος από αυτό.
Οι καινούργιες εντυπώσεις εμφανίστηκαν αμέσως μετά τον πόλεμο των «Έξι Ημερών» και σιγά-σιγά άρχισαν να επικρατούν: ο ισραηλινός καταπιεστής, ο οποίος, με το σιδερένιο βήμα Ρωμαίου λεγεωνάριου, καταπατά την ειρηνική γη της Παλαιστίνης. Ο αντιϊσραηλισμός, ο αντισιωνισμός, σε απόλυτη συμφωνία με τον αντισημιτισμό του τότε. Ο λεγεωνάριος καταπιεστής με το σιδερένιο βήμα και ο φυγόπονος με τα στραβά πόδια δεν ενοχλείται ο ένας από τον άλλο. Μα πόσο μοιάζουν τελικά οι εικόνες!
Καινούργιο, όμως, είναι το γεγονός ότι ο αντισημιτισμός μεταφέρεται προς τα αριστερά, καθώς παρουσιάζεται ως αντιϊσραηλισμός. Αυτό κάποτε υπήρξε ο σοσιαλισμός των «ηλιθίων». Σήμερα φτάνει στο σημείο να είναι ένα από τα ενσωματωμένα βασικά στοιχεία του σοσιαλισμού, και έτσι μετατρέπεται ο κάθε σοσιαλιστής οικειοθελώς σε «ηλίθιο».
Τη διαδικασία αυτή μπορεί κανείς να τη διαβάσει επωφελώς στο βιβλίο του Givet, La Gauche contre Israël (εκδόσεις Pauvert), που εκδόθηκε ήδη πριν από έναν χρόνο στη Γαλλία. Αρκεί, όμως, επίσης μόνο να υποδειχθούν ορισμένα κείμενα, όπως διάφορα ρεπορτάζ που εμφανίστηκαν στο περιοδικό «Konkret»: «Το τρίτο μέτωπο. Είναι το Ισραήλ ένα αστυνομικό κράτος;» ονομάζεται εκεί ένας υπότιτλος. Η ερώτηση είναι μόνο ρητορική. Βέβαια! Βέβαια! Το Ισραήλ είναι αστυνομικό κράτος, και είναι και napalm, και είναι και σπίτια που ανατινάζονται ειρηνικών Αράβων γεωργών, και είναι και πογκρόμ εις βάρος Αράβων στους δρόμους της Ιερουσαλήμ.
Και καλά, όλα αυτά είναι γνωστά. Είναι όπως στο Βιετνάμ ή όπως κάποτε στην Αλγερία. Βέβαια! Βέβαια! Ο στραβοπόδαρος φυγάς μοιάζει πάρα πολύ με τον γίγαντα Γολιάθ και σπέρνει φυσικά παντού τον τρόμο.
Ο λόγος γίνεται για την αριστερά — και οπωσδήποτε όχι λιγότερο ή περισσότερο για τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, πόσο μάλλον για την πολιτική των κρατών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Σε αυτά, ο αντιϊσραηλισμός, που επικαλύπτει τον παραδοσιακό αντισημιτισμό των σλαβικών λαών, ανήκει απλώς στη στρατηγική και στην τακτική της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας. Τα αστέρια δεν λένε ψέματα· οι Gomulka γνωρίζουν με τι μπορούν να υπολογίζουν. «C’est de bonne guerre!».
Πάνω σε αυτά δεν χάνεται καμία λέξη. Το χειρότερο είναι ότι η διανοούμενη αριστερά, η οποία ξέρει να είναι ελεύθερη από κομματικές σχέσεις, υιοθετεί αυτή την εικόνα. Για χρόνια — για να μιλήσουμε και περί Γερμανίας — γιόρταζαν τους οπλισμένους Ισραηλινούς γεωργούς και τα κομψά κορίτσια με τη στολή. Τα αισθήματα ενοχής ελαφρώθηκαν διαμέσου «άσχημου νομίσματος». Αυτό όφειλε να καταντήσει βαρετό. Πάλι καλά που ο Εβραίος, για μια φορά, δεν έπρεπε να καεί, αλλά να στέκεται εκεί σαν νικητής, σαν κατακτητής. Napalm και τα λοιπά! Ένας αναστεναγμός ανακούφισης διαπέρασε τη χώρα.
Ο καθένας μπορούσε να μιλάει όπως η «Γερμανική Εθνική και Στρατιωτική Εφημερίδα» — όποιος βρισκόταν στα αριστερά είχε την ικανότητα να μιλάει κατά έναν τρόπο ρουτίνας με την αργκό της κινητοποίησης (Engagement).
Το σίγουρο είναι ότι ο αντισημιτισμός που εμπεριέχεται μέσα στον αντιϊσραηλισμό ή στον αντισιωνισμό, όπως κρύβεται μία καταιγίδα μέσα σε ένα σύννεφο, θεωρείται τίμιος. Μπορεί κανείς να μιλά με θρασύ τρόπο — τότε λέγεται «εγκληματικό κράτος Ισραήλ» — μπορεί με καλούς τρόπους να μιλάει για το προγεφύρωμα του ιμπεριαλισμού και παράλληλα, με λυπητερό ύφος, να συμβουλεύει για την αλληλεγγύη που δεν κατανοήθηκε σωστά, η οποία ενώνει όλους τους Εβραίους — εκτός από μερικές εγκωμιαστικές εξαιρέσεις — σε αυτό το μικροσκοπικό κρατίδιο. Και κάποιος μπορεί να θεωρεί σκανδαλώδες το γεγονός ότι ο παρισινός βαρώνος Rothschild επέβαλε τις δωρεές για το Ισραήλ στον γαλλικό πληθυσμό μέσω φορολογίας.
Ο αντισημιτισμός τα έχει σε όλα εύκολα. Η συναισθηματική υποδομή υπάρχει ήδη — και σε καμία περίπτωση μόνο στην Πολωνία ή στην Ουγγαρία. Ο αντισημίτης με ευκολία απομακρύνει κάθε μύθο όσον αφορά αυτό το πρωτοποριακό κράτος. Έρχεται στο μυαλό του ότι πίσω από αυτό το κρατικό δημιούργημα βρισκόταν πάντοτε ο καπιταλισμός υπό τη μορφή εβραϊκής πλουτοκρατίας. Τούτο δεν το εκφράζει με λόγια — αυτό θα ήταν ιδεολογικό lapsus linguae. Παρ’ όλα αυτά: «c’est l’or juif!».
Κανένας δεν εξαπατάται από την πραγματική κατάσταση μιας χώρας η οποία γεννήθηκε μέσω μιας άσχημης ιδέας, οικοδομήθηκε σε έναν άσχημο τόπο, κήρυξε έναν ή περισσότερους άσχημους πολέμους και κατάφερε νίκες.
Οι παρεξηγήσεις, αν είναι δυνατόν, να αποφεύγονται. Γνωρίζω τόσο καλά όσο ο οποιοσδήποτε ότι το Ισραήλ αντικειμενικά φέρει τον δυσάρεστο ρόλο μιας κατακτήτριας δύναμης. Δεν μου έρχεται να δικαιολογήσω όσα πράττουν οι διάφορες κυβερνήσεις του Ισραήλ. Οι προσωπικές μου σχέσεις με αυτή τη χώρα — για την οποία ο Thomas Mann στην «Τετραλογία του Ιωσήφ» ανέφερε ότι ήταν «μία μεσογειακή χώρα, όχι και τόσο πάτρια, κάπως με σκόνη και πέτρες» — είναι μηδενικές. Δεν την επισκέφτηκα ποτέ, η κουλτούρα της μου είναι, κατά επονείδιστο τρόπο, ξένη, η θρησκεία της δεν είναι η δική μου. Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη αυτού του κράτους μου είναι πιο σημαντική από οποιαδήποτε άλλου.
Και με όλα αυτά φτάσαμε σε ένα σημείο το οποίο, με κάθε προαναφερθείσα ή αναλυμένη αντικειμενικότητα, έχει ένα τέλος και όπου η κινητοποίηση (Engagement) δεν είναι μία αυτόβουλη υποχρέωση αλλά ένα θέμα ύπαρξης, όπου μία λέξη κατανοείται με διάφορες σημασίες. Για το Ισραήλ, για τον μοντέρνο αντι-ισραηλισμό, τον πεπαλαιωμένο αντισημιτισμό, ο οποίος ξετρυπώνει πάντα σε κάθε ευκαιρία, μιλά αντικειμενικά, με ζωτικό τρόπο, όποιος κάπως «ανήκει εκεί» («Εβραίοι», άτομα τα οποία σύμφωνα με τον νόμο περί υπηκοότητας στο Ράιχ της 15ης Σεπτεμβρίου 1935 χαρακτηρίζονται ως Εβραίοι) και προσεγγίζει μια αντικειμενικότητα ενός χαρακτήρα κοντά στους φυσικούς νόμους.
Γιατί τελικά οι σκέψεις, οι ρηχές στο πνεύμα, αλλά εξίσου και οι πιο επιμελείς και οι πιο ώριμες, καταλήγουν στην αναγνώριση ότι αυτή η πρωτοποριακή χώρα, ακόμα και αν αυτή εκατό φορές, σύμφωνα με μία ψευδο-μαρξιστική θεολογία η οποία εκφυλίζεται, βρίσκεται σε μια αμαρτωλή κατάσταση τεχνικής υψηλής ανάπτυξης, είναι το πιο διακινδυνεύσιμο έδαφος μεταξύ των υπολοίπων κρατών. Νίκη, νίκη και πάλι νίκη: απειλεί η καταστροφή και αυτής δεν μπορεί να της ξεφύγει κανείς, με το να τρέχει κατευθείαν πάνω της και να μετατρέπει το Ισραήλ σε κομμάτι μίας παλαιστινιακής ομοσπονδίας.
Οι αραβικές χώρες, στις οποίες τους εύχομαι καλή τύχη και ειρήνη, θα φτάσουν και αυτές το ισραηλινό προβάδισμα ανάπτυξης μια μέρα. Η δημογραφική τους υπερ-καταπίεση θα φροντίσει για το υπόλοιπο. Κάτω από όλες τις συνθήκες, το θέμα είναι να κρατηθεί για τόσο καιρό το κράτος του Ισραήλ, μέχρι η ειρήνη, το οικονομικό και το τεχνικό προβάδισμα μεταφέρει τους Άραβες σε μία γενική ψυχική κατάσταση η οποία επιτρέπει την αναγνώριση του Ισραήλ μέσα σε ασφαλή σύνορα.
Πρόκειται για αυτό. Ποιο; Η υποκειμενική κατάσταση, η οποία θέλει να μετατραπεί σε ιστορική αντικειμενικότητα, έχει εδώ την αντίρρησή της. Η ύπαρξη του Ισραήλ είναι απαραίτητη για όλους τους Εβραίους («Εβραίοι», άτομα τα οποία σύμφωνα με… κ.τ.λ.), οι οποίοι όπου θέλουν και μένουν.
«Θα με αναγκάσουν να αφήσω τον Johnson να ζητωκραυγάζει; Είμαι έτοιμος για αυτό;» φώναζε το τελευταίο βράδυ πριν από τον πόλεμο των «Έξι Ημερών» ο ριζοσπάστης αριστερός Γάλλος δημοσιογράφος και μαθητής του Sartre, Claude Lanzmann. Αυτός ήξερε τι εννοούσε και τι ήθελε.
Γιατί ο κάθε Εβραίος είναι «ο Εβραίος της καταστροφής» και βρίσκεται στα χέρια μίας καταστροφικής μοίρας είτε το διανοείται είτε όχι. «Τρέξε, χλωμέ Εβραίε!» γράφουν οι άντρες από τους Μαύρους Πάνθηρες στα καταστήματα και στα σπίτια Εβραίων εμπόρων στο Harlem και ξεχνούν εύκολα την παλιά, από καρδίας αλληλεγγύη, η οποία στις Η.Π.Α. ένωνε τους Εβραίους με τους νέγρους και την οποία ούτε και ο πιο ύπουλος αστός έμπορος Εβραίος δεν θα πρόδιδε.
Ποιος εγγυάται ότι μια στιγμή, μία κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, σε μια γιορτή συμφιλίωσης, δεν θα δώσει τους Εβραίους στους νέγρους για τροφή; Ποιος βεβαιώνει τον με κύρος και κατά μέρος πλούσιο Εβραίο στη Γαλλία ότι μια μέρα τον κληρονόμο Drumont, Maurras, Xavier Vallat δεν θα τον ξαναπιάσει καμία νέα μανία; Ποιος θα σιγουρέψει ότι ο κύριος Strauss, όταν θα πάρει την εξουσία, δεν θα του έρθει καμία ιδέα, στην οποία επίσης και κάποιος tycoon εφημερίδας θα σταματούσε να δίνει επιπλέον αξιοκαταφρόνητες δωρεές σε μία κατ’ εξαίρεση έτοιμη αξιοκαταφρόνητη ισραηλινή κυβέρνηση;
Κανένας δεν εγγυάται τίποτα σε κανέναν. Δεν είναι καμία παρανοϊκή φαντασία και είναι παραπάνω από το ανθρώπινο βασικό ένστικτο του κινδύνου. Το παρελθόν, το πιο πρόσφατο, καίγεται.
Και τώρα ο κάθε φίλος από την αριστερά θα μου πει — και εγώ κατατάχτηκα στον μεγάλο αυτών στρατό — ότι αυτοί, με 6 εκατομμύρια (ή όπως θες με 4 ή με 5 εκατομμύρια) δολοφονημένους, καταφέρνουν εκβιασμό της γνώμης. Το ρίσκο αυτό πρέπει να παρθεί: είναι μικρότερο από το άλλο που μου προτείνουν οι φίλοι μου, όταν συνηγορούν για την (αυτο)παραίτηση του «σιωνιστικού» Ισραήλ.
Η απαίτηση της πρακτικής-πολιτικής λογικής κατευθύνεται προς το ότι η αλληλεγγύη μίας αριστεράς, η οποία δεν θέλει να παραιτηθεί (χωρίς να πρέπει να αγνοήσει την αβάσταχτη τύχη των Αράβων προσφύγων), όχι μόνο θα πρέπει να επεκταθεί στο Ισραήλ αλλά να συγτίμιοςκεντρωθεί στο Ισραήλ.
Ο μη Εβραίος της αριστεράς δεν είναι τόσο υποχρεωμένος σε αυτή την εντολή όσο ο Εβραίος, είτε αυτός βρίσκεται πολιτικά στα αριστερά, είτε στο κέντρο είτε στα δεξιά είτε πουθενά. Από την αριστερά μπορεί κανείς να αποχωρήσει· το να είσαι Εβραίος όμως δεν το αποφεύγει κανείς. Αυτό το ήξερε ήδη ένας από τους πρώτους αντισημίτες, όπως ο Lanz Liebenfels.
Φυσικά η αριστερά έχει τους δικούς της άγραφους ηθικούς νόμους, τους οποίους δεν παραβιάζει: «Όπου υπάρχει πιο δυνατός, πάντα με την πλευρά του αδύνατου». Μα τι απαραβίαστη αληθινή βάση! Και πιο δυνατοί — ποιος τολμά αντίλογο — αυτοί είναι οι Άραβες: δυνατότεροι σε αριθμό, δυνατότεροι σε πετρέλαιο, δυνατότεροι στα δολάρια· ας ρωτήσει κανείς στην Aramco και στο Κουβέιτ· για αυτό, πιο δυνατοί σε ευκαιρίες μέλλοντος.
Η αριστερά ολοφάνερα κοιτά, σαν μαγεμένη, τους γενναίους Παλαιστίνιους αντάρτες, οι οποίοι φυσικά είναι πιο φτωχοί από τους άντρες του Moshe Dayan. Δεν βλέπει ότι, παρόλο τον Rothschild και ένα ευκατάστατο αμερικανο-εβραϊκό μεσαίο στρώμα, ο Εβραίος βρίσκεται σε χειρότερη θέση από τους αποίκους του Frantz Fanon και δεν βλέπει το φαινόμενο του αντιιμπεριαλιστικού εβραϊκού αγώνα για ελευθερία, ο οποίος ξέσπασε ενάντια στην Αγγλία.
Στο τέλος δεν φταίνε οι Ισραηλινοί όταν η Σοβιετική Ένωση ξέχασε τι είχε παρουσιάσει το 1948 μπροστά στον Ο.Η.Ε. ο Gromyko, με ωραίο vibrato: «…Όσον αφορά το εβραϊκό κράτος, η ύπαρξή του είναι ήδη γεγονός είτε αυτό αρέσει είτε όχι…».
Η αντιπροσωπεία της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορεί να κρατηθεί να μην εκφράσει την έκπληξή της για τη θέση των αραβικών κρατών στο παλαιστινιακό ζήτημα. Προπάντων παραξενευόμαστε να βλέπουμε ότι αυτά τα κράτη, ή τουλάχιστον μερικά από αυτά, έχουν αποφασίσει να πάρουν στρατιωτικά μέτρα με στόχο να εξουδετερώσουν το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα των Εβραίων. Δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τα ζωτικά ενδιαφέροντα των λαών της «Εγγύς Ανατολής» με τις ανακηρύξεις ορισμένων Αράβων πολιτικών και αραβικών κυβερνήσεων, στις οποίες τώρα είμαστε μάρτυρες.
Έτσι μίλησε, όπως προαναφέρθηκε, η Σοβιετική Ένωση, μια μεγάλη δύναμη η οποία ασκεί πολιτική (μεγάλης δύναμης) και η οποία μάλλον a la longue δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη της το προφανές γεγονός ότι υπάρχουν περισσότεροι Άραβες από ό,τι Εβραίοι, περισσότερο αραβικό πετρέλαιο από ό,τι εβραϊκό, ότι στρατιωτικές βάσεις σε αραβικά κράτη έχουν υψηλότερη στρατηγική αξία από ό,τι στο Ισραήλ.
Η αριστερά, μέχρι και στην πιο ευρεία έννοιά της αλλά ακόμα πιο ιδιαίτερα η άκρα αριστερά που διαμαρτύρεται, με την οποία επί το πλείστον νιώθω συνδεδεμένος, δεν έχει αυτή την πρόφαση μεγάλης δύναμης. Είναι, σύμφωνα με τον νόμο με τον οποίο αγωνίστηκε, υποχρεωμένη στην αντίληψη — στην αντίληψη της τραγικής αδυναμίας του εβραϊκού κράτους και κάθε Εβραίου στη διασπορά ξεχωριστά· στην αντίληψη ότι ό,τι κρύβεται πίσω από το παρασκήνιο ενός εβραϊκού-αστικού μεσαίου στρώματος, κρύβεται πίσω από τον μύθο περί «Λεφτά-Χρυσός-Εβραίος» (από το «Jud Süss» μέχρι τους σύγχρονους Rothschild και μερικούς μεγάλους Εβραίους του Hollywood).
Οι Εβραίοι χειρίζονται προσωρινά κεφάλαια, δε τα κατέχουν ποτέ. Σήμερα, στο Wallstreet έχουν τόσο λίγα να πουν, όσο κάποτε στη βιλχελμινική Γερμανία πάνω στη βαριά βιομηχανία. Το κράτος του Ισραήλ σήμερα είναι τόσο λίγο ένας προμαχώνας του καπιταλισμού, όσο ήταν όταν οι πρώτοι πρωτοπόροι έσκαψαν το έδαφος εκεί· τόσο λίγο, όσο τα αραβικά κράτη, με λογική, θα μπορούσε να πει κανείς να τα δει σαν προοδευτικά. Η αριστερά, και αυτό είναι κρίμα, κλείνει τα μάτια.
Κατά τύχη μου ήρθε ένα κείμενο του Hans Blüher στα χέρια μου. Μια πραγματική Ιστορία της Ευρώπης δε θα έπρεπε να γράφεται έτσι όπως συνέβαινε μέχρι τώρα, δηλαδή με τον Εβραίο να παρουσιάζεται εδώ και εκεί σαν ανέκδοτο, αλλά η περιγραφή θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε η διαρκής ιστορική δύναμη του εβραϊσμού να φαίνεται σαν ένα κρυφό και διαρκές συμμετοχικό βασίλειο που παίζει μαζί. Το κείμενο θα μπορούσε κατά λέξη να ανήκει σε μία από τις πολλές ψευτο-διανοουμενίστικες αραβικές εκδόσεις, με τις οποίες υπερθεματίζει ο τύπος.
Και από τον Blüher αλλά και από τον Streicher, αφού κάθε φορά ο αντισημιτισμός εξισώνει τις διανοητικές διαφορές, θα μπορούσε να προέρχεται και αυτό που έγραψε ο υπουργός Παιδείας του προοδευτικού κράτους της Συρίας προς τον γενικό διευθυντή της UNESCO: «Το μίσος το οποίο μεταδίδουμε στα παιδιά μας είναι ένα άγιο μίσος».
Όλα αυτά δε θα άξιζαν καν να σημειωθούν και ο παλαβός Blüher θα μπορούσε να κοιμηθεί στην ειρήνη της λήθης, αν η διανοούμενη αριστερά της δυτικής Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένων, παρεμπιπτόντως, και μερικών από το μίσος προς τον εαυτό τους ακρωτηριασμένων Εβραίων, σαν τον Maxim Rodinson) δεν αποκτούσε αυτό το λεξιλόγιο και δεν το μετέδιδε, μέσω των λέξεων, στο σύστημα αρχών.
Όταν από την ιστορική συμφορά του εβραϊκού — καλύτερα, του αντισημιτικού — ζητήματος, στο οποίο θέλει να ανήκει η ίδρυση του ήδη υπάρχοντος ισραηλινού κράτους, δημιουργείται πάλι η ιδέα της εβραϊκής ενοχής, τότε την ευθύνη φέρει εδώ μια αριστερά που ξεχνά τον εαυτό της.
«Ο αντισιωνισμός είναι ένα αντιδραστικό φαινόμενο το οποίο συγκαλύπτεται από επαναστατικές, δήθεν προοδευτικές, αντι-αποικιακές αερολογίες για το Ισραήλ», είπε τελευταίως ο Robert Misrahi, ένας Γάλλος φιλόσοφος, ο οποίος μαζί με τον προαναφερθέντα Claude Lanzmann ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια του Sartre.
Η στιγμή μιας αναθεώρησης και μιας νέας πνευματικής αυτοανάλυσης της αριστεράς έφτασε, γιατί αυτή είναι που θα δώσει στον αντισημιτισμό πίσω μια άτιμη διαλεκτική εντιμότητα. Η συμμαχία του αντισημιτικού «μικροαστικού Stammtisch» με τα οδοφράγματα είναι ενάντια στη φύση, αμαρτία ενάντια στο πνεύμα, για να παραμείνουμε στην μεθοδολογία που αποσπάται από το θέμα.
Άνθρωποι σαν τον πολωνό στρατηγό Moczar επιτρέπουν την παραποίηση του ωμού αντισημιτισμού σε πρόσκαιρο αντι-ισραηλισμό· η αριστερά πρέπει να είναι πιο έντιμη. Δεν υπάρχει «έντιμος αντισημιτισμός».
Όπως έλεγε ο Sartre τότε στις «Σκέψεις πάνω στο ζήτημα των Εβραίων»: «Αυτό που ο αντισημίτης εύχεται και προετοιμάζει είναι ο θάνατος του Εβραίου».
DIE ZEIT, 25.05.1969