Η Πόλη χωρίς Εβραίους — δύο βιβλία, μια ταινία, μια αυτοκτονία, μια δολοφονία

Πρώτη δημοσίευση: Διάπυρον 

Παρίσι, 2015. Σε μια υπαίθρια αγορά, ένας συλλέκτης ανακαλύπτει μια κόπια της αυστριακής βωβής ταινίας «Η πόλη χωρίς Εβραίους» (Die Stadt ohne Juden, 1924), που θεωρούνταν χαμένη ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αντίθεση με τη μοναδική μέχρι τότε μερικώς σωζόμενη κόπια, αυτό το αντίγραφο περιέχει το κανονικό τέλος της ταινίας, καθώς και όλες τις σκηνές που είχε πετσοκόψει η λογοκρισία. Η ψηφιακή αποκατάσταση ολοκληρώνεται το 2018 και η ταινία ξαναπροβάλλεται για πρώτη φορά 90 χρόνια μετά την πρεμιέρα της.

Βερολίνο, 1933. Ο Βερολινέζος Άρτουρ Λαντσμπέργκερ (Artur Hermann Landsberger), ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς του καιρού του, αυτοκτονεί με μεγάλη δόση βαρβιτουρικών. Το ναζιστικό καθεστώς είχε ήδη απαγορεύσει την κυκλοφορία των βιβλίων του, μεταξύ των οποίων και το δυστοπικό μυθιστόρημα «Το Βερολίνο χωρίς Εβραίους» (Berlin ohne Juden, 1925), που όλως τυχαίως είχε κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά με το Mein Kampf.

Βιέννη, 1925. Ο Αυστριακός συγγραφέας Χιούγκο Μπετάουερ (Hugo Bettauer), γνωστός για τα άρθρα του σχετικά με τη σεξουαλική ελευθερία, τα δικαιώματα των γυναικών και την κατάργηση των ταμπού, δέχεται πέντε σφαίρες μέσα στο γραφείο του – θα καταλήξει 16 μέρες αργότερα. Σύμφωνα με τον ελληνικό τύπο της εποχής (εφημερίδες Ατλαντίς, 12/03/1925 και Έθνος, 14/02/1927 – αμφότερα τα δημοσιεύματα με πάμπολλες στρεβλές αναφορές στο περιστατικό, κυρίως λόγω υπερσυντηρητισμού), ο 21χρονος οδοντοτεχνίτης Ότο Ρότστοκ (Otto Rothstock) εκδικήθηκε τον Μπετάουερ επειδή τα πρόσφατα υπερπροοδευτικά άρθρα του είχαν σταθεί αφορμή για να ματαιωθεί ο επικείμενος γάμος του. Ωστόσο, είναι κοινό μυστικό ότι ο Μπετάουερ δεχόταν απειλές για τη ζωή του από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα ήδη από το 1922, όταν είχε τη φαεινή ιδέα να γράψει το προφητικό μυθιστόρημα «Η πόλη χωρίς Εβραίους» (πάνω στο οποίο πάτησε τρία χρόνια μετά ο Λαντσμπέργκερ), στο οποίο σατίριζε τον επελαύνοντα αντισημιτισμό. Στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος τονίζει ότι ήθελε να σώσει τον γερμανικό πολιτισμό από τον εβραϊκό εκφυλισμό, ενώ ο δικηγόρος του παραδέχεται την ενοχή του πελάτη του, αποδίδοντάς την σε ψυχική ανισορροπία. Όλως τυχαίως, τόσο ο δικηγόρος όσο και ο κατηγορούμενος είναι μέλη του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Το δικαστήριο παραβλέπει το πολιτικό υπόβαθρο, αναγνωρίζει ελαφρυντικά και προκρίνει την εκδοχή της τρέλας. Έτσι, ο Ρότστοκ οδηγείται σε ψυχιατρική κλινική και, 18 μήνες αργότερα, κυκλοφορεί ήδη ελεύθερος. Στην τελευταία του συνέντευξη, το 1977, ο αμετανόητος ναζί Ρότστοκ δεν δείχνει καμία διάθεση μεταμέλειας.

Βιέννη, 1924. Προβάλλεται με μεγάλη επιτυχία η ταινία «Η πόλη χωρίς Εβραίους». Αν και βασίζεται στο μυθιστόρημα του Μπετάουερ, περιέχει σημαντικές αλλαγές, ώστε να μετριάσει τις αναπόφευκτες αντιδράσεις των αντισημιτών. Η Βιέννη μετατρέπεται σε «Δημοκρατία της Ουτοπίας», οι αναφορές σε πραγματικά πρόσωπα και πράγματα αφαιρούνται, και η μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στο σατιρικό στοιχείο. Την ταινία σκηνοθετεί ο Αυστριακός Χανς Καρλ Μπρεσλάουερ (Hans Karl Breslauer), και έμελλε να είναι η τελευταία του. Το 1940 γίνεται μέλος του ναζιστικού κόμματος και εξασφαλίζει θέση στην Επιτροπή Λογοκρισίας. Πεθαίνει πάμφτωχος σε ένα νοσοκομείο του Σάλτσμπουργκ το 1965.

Τόσο τα δύο βιβλία όσο και η ταινία κλείνουν με ανατροπές και με παρόμοια ευτυχή κατάληξη: οικονομική και πολιτισμική χρεοκοπία λόγω της απουσίας του εβραϊκού στοιχείου, συνειδητοποίηση του σφάλματος, αποκατάσταση της δικαιοσύνης και επιστροφή των Εβραίων συμπολιτών. «Αγαπημένε μου Εβραίε», αναφωνεί θριαμβευτικά ο δήμαρχος στο πρώτο μυθιστόρημα, κατά τη μεγάλη επάνοδο – οι εβραϊκές επιχειρήσεις ξανανοίγουν και η ζωή συνεχίζεται από εκεί που κάποτε σταμάτησε. «Ευτυχώς τελείωσε αυτός ο εφιάλτης – όλοι άνθρωποι είμαστε, δεν έχει θέση το μίσος. Θέλουμε μόνο να ζήσουμε ήσυχα ο ένας με τον άλλον», διαβάζουμε στον επίλογο της ταινίας. Κι όμως, ο εφιάλτης μόλις είχε ξεκινήσει.

Related posts