Η δολοφονικού τύπου επίθεση των τραμπούκων της ΑΡΑΣ στο Πολυτεχνείο αποτελεί μία ακόμη πράξη στην εποχή της πλήρους αποσύνθεσης της ευρύτερης αριστεράς, η οποία αδυνατεί να επαναορίσει τον εαυτό της — με άλλα λόγια, την ίδια της την πολιτική ύπαρξη. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη οργάνωση επιτίθεται με αυτό τον τρόπο. Πλήθος αντίστοιχων περιστατικών έχουν προηγηθεί στο παρελθόν, όπως δεν είναι και η μόνη οργάνωση της αριστεράς ή του αντιεξουσιαστικού χώρου που έχει διαπράξει τέτοιες επιθέσεις: όλες οι προηγούμενες δεκαετίες είναι γεμάτες από πρακτικές μικρο-ηγεμονίας, είτε από την ΚΝΕ είτε από αναρχικές ομάδες, με σαφή στόχευση την καταστολή πολιτικών αντιπάλων και τον έλεγχο του φοιτητικού χώρου.
Αυτό που, ωστόσο, πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα σήμερα είναι ότι η ΑΡΑΣ δεν είναι απλώς μια ομάδα τραμπούκων που επιτίθεται σε πολιτικούς αντιπάλους. Είναι μια οργάνωση που συμμετέχει εδώ και καιρό στην εκλογική συμμαχία του κόμματος Βαρουφάκη και της ΛΑΕ. Όπως σωστά σημειώνεται και σε ανακοίνωση αναρχικών συλλογικοτήτων, η ΑΡΑΣ λειτουργεί ως όργανο των άλλοτε πρωτοκλασάτων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, εκείνου του πόλου που πρωταγωνίστησε στην πυρόσβεση των ταξικών αγώνων της προηγούμενης δεκαετίας, όπου αυτοί υπήρξαν, καλλιεργώντας τις αυταπάτες της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν πολιτικό πόλο απολύτως χρήσιμο στην καπιταλιστική κυριαρχία τότε, και μια εφεδρεία του ελληνικού κεφαλαίου σήμερα, διαθέσιμη να αξιοποιηθεί ξανά όποτε απαιτηθεί.
Μια προσεκτική ανάγνωση των (σπάνιων) πολιτικών κειμένων της ΑΡΑΣ αποκαλύπτει ότι η ανάλυσή της δεν υπερβαίνει το επίπεδο καφενειακού σχολιασμού, χωρίς καμία πραγματική θεωρητική πρόσβαση στην ουσία της εποχής και στις δομικές μετατοπίσεις του καπιταλισμού σήμερα. Στο πλαίσιο της παρακμής τόσο της αριστεράς όσο και του αντιεξουσιαστικού χώρου, τέτοια φαινόμενα δεν μπορούν παρά να πολλαπλασιάζονται.
Η επίθεση αυτή ωστόσο, είναι καθρέφτης και του συλλογικού αυταρχικού χαρακτήρα του χώρου. Η αυταρχικότητα αυτή δεν προέρχεται ή είναι σύμπτωμα κάποιου «κακού εκφυλισμού» ενός κατ’ αρχήν χειραφετητικού κοινωνικού εγχειρήματος. Είναι το τίμημα που πληρώνει κανείς για την άρνηση της Θεωρίας. Της άρνησης να αναγνωριστεί ότι η κριτική δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την ιδεολογία, από την κινηματική αγέλη, από τον μαζικό ναρκισσισμό μιας κοινότητας που βλέπει τον εαυτό της μέσα από τον αρχηγό της και τις πολιτικές της μικρο-ηγεμονίας ως τον φορέα της «ιστορικής λύτρωσης». Το αποτέλεσμα είναι ο φετιχισμός της βίας: η αποθέωση της δράσης χωρίς περιεχόμενο, η καχυποψία απέναντι στη Θεωρία ως δήθεν «παθητικής» και αντιδραστικής, η εξύμνηση του όχλου ως υποκατάστατου του υποκειμένου του ταξικού πολέμου.
από την σύνταξη