Η προλεταριακή εξέγερση του Αμβούργου το 1923| Μια επαναστατική ευκαιρία που χάθηκε

Το πρωί της 23ης Οκτωβρίου 1923, αρκετές εκατοντάδες ένοπλοι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στο κράτος της Βαϊμάρης στις εργατικές συνοικίες του Αμβούργου, μεταξύ άλλων στο Μπάρμπεκ, στο Σίφμπεκ, στο Μπράμφελντ και στην περιοχή του λιμανιού. Ήταν οργανωμένοι υπό τη κόκκινη σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD). Ο ενεργός πυρήνας αριθμούσε, κατά τις εκτιμήσεις, περίπου 1.300 εργάτες, από τους οποίους μόνο μερικές εκατοντάδες συμμετείχαν στις πρώτες επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων. Καθώς η είδηση διαδιδόταν και στήνονταν οδοφράγματα, οι συμμετέχοντες έφτασαν περίπου τους 5.000. Επιτέθηκαν σε περίπου δύο δωδεκάδες τμήματα, κατέλαβαν όπλα από περίπου δεκαεπτά, έκοψαν τις τηλεφωνικές γραμμές, κατέλαβαν δημόσια κτίρια και υπερασπίστηκαν με οδοφράγματα τις περιοχές που έλεγχαν. Για μία ημέρα, ίσως και δύο, ένα τμήμα της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Γερμανίας ξέφυγε από τον έλεγχο του αστικού κράτους.

Η εξέγερση όμως ηττήθηκε. Η αστυνομία, ενισχυμένη από εσπευσμένα συγκροτημένες μονάδες και υποστηριζόμενη από τη Reichswehr, ανακατέλαβε τα τμήματα και απομόνωσε και συνέτριψε το εγχείρημα μέσα σε λίγες ημέρες. Περίπου εκατό άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες συνελήφθησαν. Η εξέγερση απορρίπτεται συνήθως ως αποτυχημένο πραξικόπημα ή ως άκαρπος απόηχος του 1919. Η απόρριψη αυτή όμως κρίνει την προλεταριακή εξέγερση με το μέτρο που κρίνει κάθε εξέγερση η κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, δηλαδή με το αποτέλεσμά της, και δεν βλέπει ό,τι η ήττα αποκαλύπτει στην πραγμαιτκότητα τη σχέση ανάμεσα σε μια αντικειμενική κρίση και στην υποκειμενική προετοιμασία που απαιτείται για να παρέμβει κανείς σε αυτήν, το χάσμα ανάμεσα σε μια επαναστατική κατάσταση που ωριμάζει σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην οργανωτική ικανότητα του προλεταριακού κινήματος να την αξιοποιήσει.

Για να κατανοήσουμε τα εξεγερσιακά γεγονότα του Αμβούργου πρέπει να κατανοήσουμε το γερμανικό φθινόπωρο του 1923. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που κυβέρνησε τη Γερμανία από το 1919 έως το 1933, είχε γεννηθεί από την ήττα της επανάστασης του 1918–1919 και από τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Τους δολοφόνησαν τα Freikorps, παραστρατιωτικές ομάδες αποστρατευμένων στρατιωτών και ακροδεξιών εθελοντών με πρωτοφασιστικό χαρακτήρα, που η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία χρησιμοποίησε ως το καταλληλότερο όργανο καταστολής της κομμουνιστικής επαναστατικής εξέγερσης.

Το καθεστώς των πολεμικών επανορθώσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών λειτούργησε ως ο μηχανισμός μέσω του οποίου η κρίση εκδηλωνόταν διακρατικά, όπου ένα σύστημα πληρωμών που αποσπούσε πλεόνασμα από το γερμανικό κεφάλαιο και πειθαρχούσε έναν ηττημένο αντίπαλο, κρατώντας τη Γερμανική αστική τάξη αδύναμη και υποτελή. Όταν η Γερμανία δεν εκπλήρωσε τις παραδόσεις του 1922–1923, τα γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ τον Ιανουάριο του 1923, τη βιομηχανική καρδιά της χώρας με τα ανθρακωρυχεία, τα χαλυβουργεία και τα εργοστάσια. Η κατοχή ήταν μια απροκάλυπτη αρπαγή. Η στρατιωτική βία κλιμακώθηκε για τον έλεγχο των πόρων προς όφελος των κατακτητών.

Η απάντηση της κυβέρνησης του Βερολίνου ήταν η παθητική αντίσταση. Έδωσε νέο χρήμα για να επιδοτηθούν οι απεργοί εργάτες και οι αδρανείς μονάδες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας υπερπληθωρισμός ασύλληπτων διαστάσεων. Τον Νοέμβριο του 1923 ένα καρβέλι ψωμί κόστιζε δισεκατομμύρια μάρκα. Το χρήμα, που στον κόσμο του κεφαλαίου λειτουργεί ως φορέας της κοινωνικής σχέσης της αξίας, ως μέτρο και ως μέσο αποθησαύρισης, έχανε τις λειτουργίες του, και μαζί του κατέρρεε η εμπιστοσύνη στην ομαλότητα της ανταλλαγής. Οι αποταμιεύσεις, οι συντάξεις και οι μισθοί εξανεμίστηκαν. Τα μεσαία στρώματα προλεταριοποιήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, ενώ η εργατική τάξη οδηγήθηκε στα πρόθυρα της πείνας. Ο πληθωρισμός λειτούργησε ως μια συγκαλυμμένη απαλλοτρίωση, ως η μαζική μεταφορά πλούτου από τις ευρείες μάζες σε ένα στενό στρώμα βιομηχάνων και κερδοσκόπων, που αγόραζαν γη, κτίρια και εργοστάσια με χαρτονόμισμα χωρίς ουσιαστική αξία. Η ίδια διαδικασία έκρυβε και τον μεγαλύτερο ιδεολογικό κίνδυνο της περιόδου. Τα προλεταριοποιημένα μεσαία στρωμάτα ήταν ευάλωτα στη γλώσσα που αποδίδει την κρίση σε «κερδοσκόπους» και «παράσιτα», τη γλώσσα που θα τροφοδοτούσε τον αντισημιτισμό και τη ναζιστική δημαγωγία. Με λενινιστικούς όρους, η κατάσταση ήταν πράγματι επαναστατική, γιατί η άρχουσα τάξη ήταν απόλυτα διχασμένη και ανίκανη να κυβερνήσει όπως πριν και οι εκμεταλλευόμενες τάξεις σε κατάσταση εξέγερσης. Το αδιέξοδο που έφερε αυτή η κρίση ήταν ιδιαίτερα βαθύ.

Το KPD είχε αναπτυχθεί ραγδαία το 1923, φτάνοντας σε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. Βρισκόταν επικεφαλής του εκτεταμένου προλεταριακού περιβάλλοντος. Ήταν κυρίαρχο στις εργοστασιακές επιτροπές και στα συμβούλια των ανέργων. Είχε αναπτύξει Ένοπλες Προλεταριακές Εκατονταρχίες και ένα σημαντικά διευρυμένο δίκτυο προλεταριακής αυτοάμυνας. Στη Σαξονία και στη Θουριγγία είχαν σχηματιστεί τον Οκτώβριο του 1923 κυβερνήσεις συνασπισμού του KPD με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), που νομιμοποίησαν τους ένοπλους εργατικούς σχηματισμούς. Αυτό προκάλεσε τον τρόμο της Reichswehr και της εθνικής αστικής τάξης, που έτρεμαν τον εξοπλισμό της εργατικής τάξης.

Το σύνθημα για την εξέγερση αναμενόταν από την εθνική ηγεσία. Η ηγεσία του KPD, υπό την πίεση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), προετοίμαζε τον «Γερμανικό Οκτώβρη», το σχέδιο κατάληψης της εξουσίας στην καρδιά της Ευρώπης. Στόχος ήταν η γενική απεργία και στην συνέχεια η ένοπλη εξέγερση. Το Αμβούργο προοριζόταν να αποτελέσει τη σπίθα.

Εδώ η κριτική από τα αριστερά οφείλει να είναι αμείλικτη. Η εξέγερση ξεκίνησε με πρωτοβουλία της τοπικής ηγεσίας του KPD, με τον Ερνστ Τέλμαν να είναι επικεφαλής της περιφερειακής οργάνωσης και τους Χούγκο Ουρμπανς και Χανς Κίπενμπεργκερ στον σχεδιασμό, τη στιγμή που η εθνική ηγεσία είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί. Η είδηση της ακύρωσης του σχεδίου δεν φαίνεται να έφτασε εγκαίρως στο Αμβούργο ή ένα κωδικοποιημένο μήνυμα από το Βερολίνο παρερμηνεύτηκε, με αποτέλεσμα να κινηθούν πριν το επιδιώξει το κέντρο. Η ηγεσία υπό τον Χάινριχ Μπράντλερ είχε καταλήξει ότι η εξέγερση δεν ήταν πια βιώσιμη, υπό την πίεση της Κομιντέρν και υπό το βάρος δύο εξελίξεων, της σταθεροποίησης του νομίσματος που ετοιμαζόταν και ήρθε τελικά με το Rentenmark τον Νοέμβριο, και της συντριπτικής υπεροχής της Reichswehr.

Το προλεταριάτο του Αμβούργου πολέμησε με την αξιοσημείωτη πειθαρχία και την ευρηματικότητα μιας τάξης που είχε μάθει, μέσα από χρόνια αγώνων, να στήνει οδοφράγματα και να καταλαμβάνει αστυνομικά τμήματα. Πολέμησαν όμως μόνοι. Η γενική απεργία που θα παρέλυε τη χώρα δεν πραγματοποιήθηκε. Η Reichswehr παρέμεινε ενωμένη. Το SPD, που συμμετείχε στη διοίκηση της πόλης και στην κυβέρνηση του Ράιχ υπό τον Γκούσταβ Στρέζεμαν, επέλεξε την τάξη αντί της επανάστασης, όπως το 1919 και όπως θα έκανε ξανά το 1933. Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία συμμετείχε ενεργά στην καταστολή, και το γεγονός αυτό πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε έντιμου απολογισμού. Το SPD δεν ήταν ένας παθητικός παρατηρητής αλλά ο φορέας της αντεπανάστασης, που προτίμησε τη διατήρηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και του κράτους από τη χειραφέτηση της δικής του κοινωνικής βάσης.

Ο στρατιωτικός συσχετισμός ήταν από την αρχή της εξέγερσης απελπιστικός. Οι μερικές χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι εργάτες δεν μπορούσαν να νικήσουν το πυροβολικό και τα πολυβόλα της Reichswehr. Πολύ περισσότερο, η εργατική τάξη ήταν κατακερματισμένη, το KPD απομονωμένο από τη βάση του SPD, η αγροτιά και τα μεσαία στρώματα τρομοκρατημένα από τον πληθωρισμό και ευάλωτα στη δεξιά δημαγωγία, ενώ η ιντελιγκέντσια της Κομιντέρν είχε οδηγήσει το γερμανικό κόμμα σε στρατηγικό αδιέξοδο. Το Κόμμα προετοιμαζόταν για μια εξέγερση που δεν μπορούσε να καθοδηγήσει και στη συνέχεια υποχώρησε άτακτα.

Η καταστολή ήταν η τελική πράξη της επαναστατικής κρίσης του 1923. Το KPD απαγορεύτηκε για ένα διάστημα και νομιμοποιήθηκε ξανά. Ο Ουρμπανς καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης σε φρούριο. Ο Τέλμαν κρύφτηκε και διέφυγε την ποινή, έγινε αργότερα πρόεδρος του KPD και δολοφονήθηκε το 1944 στο Μπούχενβαλντ, το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο «Γερμανικός Οκτώβρης» έγινε συνώνυμο του υπεραριστερού τυχοδιωκτισμού, της πρόωρης επαναστατικής δράσης που υπαγορεύεται από την ανυπομονησία και όχι από τη νηφάλια εκτίμηση της κατάστασης. Έγινε όμως και συνώνυμο της τραγωδίας μιας ηγεσίας που καλλιέργησε προσδοκίες που δεν μπορούσε να εκπληρώσει. Τα διδάγματα απαιτούν την αποφυγή δύο αντίθετων σφαλμάτων. Η εξέγερση ήταν πρόωρη και απομονωμένη, μια ενέργεια πραξικοπηματικού τύπου μέσα σε μια συγκυρία που ο συσχετισμός δυνάμεων δεν επέτρεπε τη νίκη, και το κίνημα του προλεταριάτου πλήρωσε το λάθος αυτό με αίμα και φυλακίσεις. Η υποχώρηση όμως της κεντρικής ηγεσίας ήταν εξίσου καταστροφική γιατί αποθάρρυνε τους εργάτες, διέλυσε τις Προλεταριακές Εκατονταρχίες και παρέδωσε την πρωτοβουλία στη δεξιά. Η μεταγενέστερη στροφή του KPD στην πολιτική του ενιαίου μετώπου, και στη συνέχεια η καταστροφική γραμμή του «σοσιαλφασισμού» μετά το 1928, ήταν εν μέρει αντιδράσεις στο τραύμα του 1923. Η πρώτη αναζητούσε συμμαχίες με άλλες οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των Σοσιαλδημοκρατών. Η δεύτερη εξίσωνε το SPD με τον φασισμό και διέσπασε την εργατική τάξη τη στιγμή που οι ναζί ανέβαιναν στην εξουσία.

Το βαθύτερο δίδαγμα από την εξέγερση για εμάς σήμερα ίσως πρέπει να είναι οργανωτικής και πολιτικής κατεύθυνσης. Η κρίση παράγει την ανάγκη και τη δυνατότητα υπέρβασης του καπιταλιστικού υπάρχοντος, δεν παράγει όμως αυτόματα και το υποκείμενο που θα την πραγματοποιήσει. Το υποκείμενο αυτό είναι προϊόν της συλλογικής οργάνωσης και πρακτικής που οικοδομείται πριν από τη στιγμή της επανασταστικής κατάστασης και όχι μέσα σε αυτήν. Ένα επαναστατικό κίνημα οφείλει να είναι ικανό και για τολμηρή δράση και για νηφάλια εκτίμηση, να διατηρεί την όσο το δυνατόν στενότερη ενότητα με το ευρύτερο προλεταριάτο, χωρίς να παραδίδει την πολιτική του αυτονομία στη γραφειοκρατία του σταδιακού μετασχηματισμού, και να κατανοεί ότι μια επαναστατική κατάσταση δεν ταυτίζεται με μια επαναστατική νίκη. Το 1923 η γερμανική εργατική τάξη διέθετε το πρώτο στοιχείο και στερούνταν του δεύτερου. Το αποτέλεσμα ήταν η ήττα που άνοιξε, έστω και έμμεσα, τον δρόμο για τη σταθεροποίηση της Βαϊμάρης, την άνοδο των ναζί και την καταστροφή του 1933: ο Αδόλφος Χίτλερ έγινε καγκελάριος τον Ιανουάριο, και οι ναζί διέλυσαν γρήγορα τη δημοκρατία, συνέτριψαν το εργατικό κίνημα, φυλάκισαν και δολοφόνησαν τους αντιπάλους τους και έβαλαν τη Γερμανία στον δρόμο προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα.

Σήμερα η εξέγερση του Αμβούργου μνημονεύεται στη Γερμανία κυρίως ως ένα αποτυχημένο κομμουνιστικό πραξικόπημα μέσα στο χάος του 1923. Η άρχουσα τάξη προτιμά να τη θυμάται ως μια προειδοποίηση απέναντι στον «εξτρεμισμό» και όχι το κεφάλαιο μιας μακρόχρονης πάλης του προλεταριάτου ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και τον φασισμό. Οι Κομμουνιστές-τριες σήμερα πρέπει ίσως να την δουν διαφορετικά. Η εξέγερση του Αμβούργου είναι ένα μνημείο του θάρρους των εργατών που αρνήθηκαν να αποδεχτούν την πείνα, την ταπείνωση και τη δικτατορία του κεφαλαίου. Πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά το ζήτημα της αναγκαιότητας της επαναστατικής οργάνωσης και του κόστους της απουσίας της, γιατί η κρίση του 1923, με τον υπερπληθωρισμό, τις ιμπεριαλιστικές πιέσεις, τους εύθραυστους  θεσμούς και την απειλή της ακροδεξιάς, παρουσιάζει δομικές ομοιότητες και με τη σημερινή συγκυρία.

Το προλεταριάτο του Αμβούργου δεν ήταν μια αδαής μάζα. Ανήκε στα πιο ταξικά συνειδητοποιημένα στρώματα του προλεταριάτου στην Ευρώπη. Έδρασε με ορίζοντα την κομμουνιστική επανάσταση που ήταν μια πραγματική δυνατότητα το 1923. Έναν ορίζοντα που πρόδωσε το SPD, διαχειρίστηκε λανθασμένα το KPD και τελικά συνέτριψε η Reichswehr. Το καθήκον σήμερα δεν είναι να εξωραΐσουμε τα λάθη τους, αλλά να διδαχθούμε από αυτά και να οικοδομήσουμε την οργανωτική και πολιτική ικανότητα να παρέμβουμε όταν ωριμάσει η επόμενη κρίση, ώστε ο επόμενος Οκτώβρης να μην είναι ένας Γερμανικός Οκτώβρης ούτε ένας εθνικός Οκτώβρης, αλλά ένας πραγματικά διεθνής Οκτώβρης.

Το θάρρος τους είναι η κληρονομιά μας. Η ήττα τους είναι το δίδαγμά μας.

Related posts