Εξεγέρσεις, θέαμα και κατάσταση εξαίρεσης | Μια έκτακτη συνέλευση

Η Κεντρική Πολιτική Συνέλευση του Shades Aufbau καλεί σε μια έκτακτη διαδικτυακή συνέλευση την Κυριακή για να συζητήσουμε τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026 και ώρα 6μμ. Για συμμετοχή στείλτε μας στο shades-aufbau@proton.me

Οι εξεγέρσεις που ξέσπασαν στη Γαλλία με αφορμή την κατάσταση των σχολείων και γενικεύτηκαν ενάντια στην ακρίβεια και στο ίδιο το κράτος δεν αποτελούν «επεισόδια» που διαταράσσουν μια κατά τα άλλα ομαλή κοινωνική τάξη και ζωή, αλλά ούτε αποτελούν μια επαναστατική διαδικασία. Είναι η έκφραση της απόγνωσης των υποτελών εντός των αστικών κρατών, όπως αυτή αναδύεται από τις υλικές συνθήκες της ζωής τους και από την αδυναμία της αξιακής μορφής να τους εγγυηθεί την αναπαραγωγή τους. Λίγο-πολύ, το ίδιο συμβαίνει και με τα εξεγερσιακά γεγονότα στις υπόλοιπες χώρες που διεξάγονται αυτή τη στιγμή, όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, η Αλβανία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Σύμφωνα με πληροφορίες, το «Καθεστώς Εξαίρεσης» αρχίζει να ενεργοποιείται. Η κυβέρνηση της Μελόνι στην Ιταλία ήδη κατεβάζει τον στρατό για να πατάξει τις διαδηλώσεις στο Μιλάνο. Αυτές οι εξελίξεις δεν θα έχουν μονάχα τη σφραγίδα της ακροδεξιάς, αλλά και του φιλελεύθερου κέντρου, που μαζί, χέρι-χέρι, παρουσιάζονται ως οι υπερασπιστές των «αξιών της δυτικής δημοκρατίας». Το Shades Aufbau θα οργανώσει έκτακτη πολιτική συνέλευση την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026 για να συζητήσει αυτές τις εξελίξεις.

Πώς οι εικόνες του θεάματος κατασκευάζουν τον τρόμο των «επεισοδίων»;

Οι εικόνες φλεγόμενων κτιρίων και λεηλατημένων καταστημάτων κυκλοφορούν στα ΜΜΕ και στα social media αποκομμένες από την αιτία που τις προκάλεσε. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποιο σχέδιο των μέσων, αλλά στη λογική με την οποία λειτουργεί το ίδιο το θέαμα, όπου η εικόνα της φωτιάς έχει εμπορευματική αξία, συγκεντρώνει την προσοχή και κυκλοφορεί αμέσως, ενώ η αιτία, που απαιτεί χρόνο και ανάλυση, δεν χωράει στη μορφή της εικόνας. Το θέαμα, ως κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους που διαμεσολαβείται από εικόνες, μετατρέπει μια κοινωνική διαδικασία σε σειρά ισοδύναμων αναπαραστάσεων και ισοπεδώνει τη διάκριση ανάμεσα στη διαδήλωση, στην εξέγερση και στη λεηλασία. Ο ίδιος ο όρος «επεισόδια» αποπολιτικοποιεί το περιεχόμενο αυτών των κινημάτων, γιατί παρουσιάζει τις συγκρούσεις ως παρέκκλιση από μια κανονικότητα που θεωρείται αδιάλειπτη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος και τα πολιτικά κέντρα δεν χρειάζεται να επινοήσουν τον τρόμο, αρκεί να τον αξιοποιήσουν. Ο τρόμος που παράγεται μέσω της εικόνας σε όσους ταυτίζουν την ασφάλειά τους με την ομαλότητα και την ατομική τους ιδιοκτησία, ανεξάρτητα από το κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκουν, λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός για την κατασκευή της συναίνεσης που απαιτεί η εφαρμογή της κατάστασης εξαίρεσης. Ο θεατής, αναγόμενος σε παθητικό αποδέκτη της εικόνας, καλείται να ταυτιστεί με το κράτος που υποτίθεται ότι τον προστατεύει. Αυτόν και την ατομική του ιδιοκτησία. Η κρατική καταστολή εμφανίζεται έτσι ως η απάντηση στην εικόνα και όχι στην κοινωνική αιτία. Ταυτόχρονα, κάθε βία που δεν ενσωματώνεται στην έννομη τάξη παρουσιάζεται ως απειλή για την ίδια την έννομη τάξη.

Πώς παίζει τον ρόλο του το αφήγημα του ισλαμισμού;

Το αφήγημα περί ισλαμιστών που έχουν εισχωρήσει στις διαδηλώσεις μετατρέπει μια κοινωνική σύγκρουση σε μια πολιτισμική απειλή, εθνοτικοποιεί τη γενικευμένη οργή και μετατοπίζει το ερώτημα από τους όρους της καθημερινής ζωής που τη γεννούν στην ταυτότητα όσων τη φέρουν. Η μετατόπιση αυτή εξυπηρετεί ταυτόχρονα τη νέα ακροδεξιά, που αποκτά έτοιμο έναν εσωτερικό εχθρό στους μετανάστες, και το φιλελεύθερο κέντρο, που παρουσιάζει τον εαυτό του ως υπερασπιστή του «δυτικού πολιτισμού». Επιβεβαιώνεται έτσι ότι ο φιλελευθερισμός και η νέα ακροδεξιά αποτελούν δομικά συμπληρωματικές όψεις της ίδιας τάξης πραγμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε την ύπαρξη θρησκευτικών ή αντιδραστικών ιδεολογικών ρευμάτων μέσα στις εξεγέρσεις. Άλλωστε ποτέ δεν υπήρξε κάποια «καθαρή» εξέγερση, ειδικά στην Ευρώπη του 21ου αιώνα. Σημαίνει ότι οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στην ύπαρξή τους και στη λειτουργία της κατηγορίας ως μηχανισμού απονομιμοποίησης του συνόλου του κινήματος.

Γιατί το κόμμα του Μελανσόν παρουσιάζεται ως εξτρεμιστική αριστερά;

Το κόμμα του Μελανσόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια όψη της λαϊκιστικής σοσιαλδημοκρατίας που είναι πλήρως ενσωματωμένη στον κοινοβουλευτισμό και στις διαχειριστικές πολιτικές του αστικού κράτους. Η στοχοποίησή του ως «άκρου» δεν προκύπτει από το πραγματικό προγραμματικό περιεχόμενο του κόμματος αυτού. Ένα πολιτικό κέντρο που καταρρέει χρειάζεται να κατασκευάσει ένα «άκρο», προκειμένου να ανασυγκροτηθεί ως ο μόνος νόμιμος πόλος. Η θεωρία των δύο άκρων λειτουργεί εδώ ως προληπτική απονομιμοποίηση κάθε αμφισβήτησης της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ακόμη κι αν υπάρχει μαζική, οργανωμένη παρουσία ορισμένων πολιτικών δυνάμεων και τάσεων στις κινητοποιήσεις, η αφήγηση της «υποκίνησης» επιτελεί μια σημαντική λειτουργία. Αποκρύπτει ότι η οργή προϋπήρχε, σε μια Γαλλία όπου ο κύκλος εξεγέρσεων επαναλαμβάνεται (2005, 2018, 2023), σε μια κρίση που γεννιέται εντός των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων. Η δική μας κριτική προς το κόμμα αυτό πρέπει να παραμείνει διακριτή: αφορά τα όρια της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής της διαχείρισης και της ανάθεσης, όχι τη νομιμότητα της παρουσίας του στις κινητοποιήσεις.

Ο πολιτισμός της αξίας και η μυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων

Αυτό που δέχεται πιέσεις είναι ο ίδιος ο πολιτισμός της αξίας και μαζί του η αυταπάτη ότι η αστική δημοκρατία και ο κόσμος του κεφαλαίου αποτελούν αιώνια κοινωνική συνθήκη. Δεν πρόκειται για κατάρρευση που θα έρθει από μόνη της. Το κεφάλαιο έχει επιλύσει ιστορικά τις κρίσεις του μέσω της αναδιάρθρωσης, της καταστροφής κεφαλαίου και της κλιμάκωσης της καταστολής, και τίποτα δεν εγγυάται ότι δεν θα το κάνει ξανά. Αυτό που ραγίζει είναι η μυστικοποίηση των σχέσεων κοινωνικής κυριαρχίας, με την οποία οι κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται ως φυσικές ιδιότητες πραγμάτων και θεσμών. Ο θεσμός που υποσχόταν ισότητα, το σχολείο της δημοκρατίας, αποκαλύπτεται ως μηχανισμός διαλογής της εργατικής δύναμης. Το ράγισμα όμως δεν είναι ομοιόμορφο, γιατί η ρεπουμπλικανική αυταπάτη επιβιώνει ακόμη και μέσα στις ίδιες τις κινητοποιήσεις, όπως δείχνει η παρουσία γαλλικών σημαιών και της Μασσαλιώτιδας στα οδοφράγματα. Η ψευδής κοινωνική συνθήκη που παρουσίαζε την αστική δημοκρατία ως ανυπέρβατο ορίζοντα της κοινωνικής πραγματικότητας δεν αρκεί πια από μόνη της για να συγκρατήσει όσους βιώνουν την εξαθλίωση. Στη θέση της προβάλλεται η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης, ως η μόνη εγγύηση μιας «ομαλότητας» που η ίδια η κρίση έχει υπονομεύσει.

Ποια είναι τα όρια της αυθόρμητης εξέγερσης;

Η αυθόρμητη εξέγερση δεν είναι καθαρή. Περιέχει από αντισημίτες μέχρι οτιδήποτε άλλο, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Όταν η οργή των υποτελών τάξεων για την ακρίβεια και την εξαθλίωση στερείται συλλογικής επεξεργασίας και στρατηγικού προσανατολισμού, στρέφεται εύκολα σε πρόσωπα και ομάδες που εμφανίζονται ως ενσάρκωση των κακών του συστήματος, αφήνοντας άθικτη την κοινωνική σχέση που τα παράγει. Αυτός είναι ο φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός, και ο αντισημιτισμός αποτελεί την πιο ανεπτυγμένη και θανατηφόρα μορφή του. Την ίδια προσωποποίηση επιτελεί, από την αντίθετη πλευρά, και η αφήγηση περί «ξένου δακτύλου» που εκτοξεύουν οι υπερασπιστές της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Η μία προέρχεται από τα κάτω και η άλλη από τα πάνω, και οι δύο εξωτερικεύουν μια κρίση που γεννιέται μέσα στην ίδια την κοινωνία. Είναι όμως σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η δεύτερη αποτελεί την ιδεολογία της κυριαρχίας, με τους κρατικούς μηχανισμούς πίσω της, ενώ η πρώτη δεν είναι τίποτα άλλο από την ψευδή συνείδηση των κυριαρχούμενων. Σαφώς υπάρχει μια ασυμμετρία εδώ που πρέπει να τονιστεί.

Το βαθύτερο όριο, όμως, παραμένει ότι η εξέγερση λαμβάνει χώρα κυρίως έξω από τον χώρο της παραγωγής, στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της κοινωνικής αναπαραγωγής (δρόμος, σχολείο, γειτονιά). Μπορεί να διαταράξει την κυκλοφορία, να προκαλέσει ζημιές και να εξαναγκάσει το κράτος να κλιμακώσει την καταστολή, δεν διακόπτει όμως άμεσα την παραγωγή αξίας, εκεί όπου το κεφάλαιο αντλεί την υπεραξία. Γι’ αυτό το κράτος μπορεί να την καταστείλει ή να την απορροφήσει, ενώ η συσσώρευση συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό αδιατάρακτη.

Τα όρια αυτά δεν τα αποσιωπούμε ούτε τα ωραιοποιούμε. Η αναγνώρισή τους όμως δεν σημαίνει ότι απορρίπτουμε μηδενιστικά ολόκληρο το κίνημα, από τη θέση του αστού ηθικολόγου, που καταδικάζει το αποτέλεσμα και αφήνει σκόπιμα εκτός ανάλυσης τις παρούσες αντικειμενικές συνθήκες. Η εξέγερση προέρχεται από την υλική πραγματικότητα της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, από ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, και αυτή η προέλευση αποτελεί σημαντική διαφορά.

Το ερώτημα του υποκειμένου

Το ερώτημα του υποκειμένου παραμένει ανοιχτό. Στον πυρήνα της κινητοποίησης βρίσκεται η προλεταριακή νεολαία των εργατικών συνοικιών, παιδιά μισθωτών που γνωρίζουν ότι δεν θα αποκτήσουν ούτε καν τις επισφαλείς συνθήκες ζωής των γονιών τους των προηγούμενων δεκαετιών. Η σχέση τους με την παραγωγή είναι διαμεσολαβημένη και αρνητική. Το σχολείο τούς προετοιμάζει για μια εργασία ευέλικτη, διαθέσιμη ανάλογα με τη ζήτηση, ενώ για μέρος τους προοιωνίζεται την ανεργία και την περιττότητα, τη θέση δηλαδή ενός πλεονάζοντος «περιττού» πληθυσμού που το κεφάλαιο χρησιμοποιεί και απορρίπτει ανάλογα με τις ανάγκες της συσσώρευσης. Δίπλα τους συνυπάρχουν μαθητές για τους οποίους η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση παραμένει εφικτή, με διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικό μέλλον. Η σύνθεση του κινήματος είναι έτσι διαταξική, και το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο τμήμα του θα επικρατήσει.

Το ζήτημα της προοπτικής

Ο κομμουνισμός παραμένει εμμενής δυνατότητα, γιατί οι αντιφάσεις των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής παράγουν διαρκώς και την ανάγκη και τη δυνατότητα υπέρβασής τους. Η δυνατότητα όμως δεν γίνεται από μόνη της πραγματικότητα. Απαιτεί διαμεσολαβήσεις: τη συλλογική επεξεργασία της εμπειρίας, την αυτοοργάνωση των ίδιων των υποτελών και τη σύνδεση των αγώνων στη σφαίρα της αναπαραγωγής με τη θέση τους μέσα στην παραγωγή. Χωρίς αυτές, η απόγνωση μένει υλικό της καταστολής και του θεάματος και μπορεί εξίσου να στραφεί προς την αντίδραση. Επιθυμία της έκτακτης συνέλευσης είναι να σκεφτούμε από κοινού τα όρια και τις δυνατότητες αυτών των εξεγέρσεων, με ένα ερώτημα: πώς μπορεί η απόγνωση των υποτελών τάξεων να μετατραπεί σε ταξική συγκρότηση και συνείδηση με προοπτική μια χειραφέτηση που θα αφορά το σύνολο της κοινωνίας.

Related posts