Γενικές αρχές
Ο βασικός προβληματισμός που μας ώθησε στη δημιουργία του εγχειρήματός μας ήταν ότι ζούμε μέσα σε μια περίοδο που τη χαρακτηρίζει η απουσία της ριζοσπαστικής κριτικής, της δράσης και, φυσικά, η υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος.
Επιθυμούμε το εγχείρημά μας να αποτελέσει μια απόπειρα απόδρασης από τον νοηματικό και πολιτικό βάλτο των ημερών μας· ένα πειραματικό εργαστήριο θεωρίας, πράξης και κριτικής, ιδίως στον ελλαδικό χώρο, αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη — ειδικά τώρα που γίνεται πιο ορατό από ποτέ ότι η πλειοψηφία των πολιτικών ρευμάτων, όπως κι αν αυτά αυτοπροσδιορίζονται (αριστερά, αντιεξουσιαστικά, αντιφασιστικά, ακόμα και κομμουνιστικά), βρίσκονται σε αποσύνθεση. Η συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελεί ακόμη μια απόδειξη της θλιβερής σημερινής πραγματικότητας της κρίσης του νεωτερικού καπιταλιστικού πολιτισμού και της υποχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος.
Πιστεύουμε ότι ο λόγος αυτών των πολιτικών ρευμάτων δεν αντανακλά παρά την ταφή της δημιουργικής κριτικής και την επανάπαυση στην ασφάλεια της ιδεολογίας, της απολυτότητας, της αυταρχικής πεποίθησης ότι τα γνωρίζουμε όλα ήδη και σας κουνάμε το δάχτυλο, καθώς και της προσπάθειας να δοθούν εύκολες απαντήσεις, αντί να τεθούν εκ νέου τα ερωτήματα· ερωτήματα που να μη μένουν σε θεωρητικές αφαιρέσεις, αλλά να προκύπτουν από τις συλλογικές εμπειρίες των καταπιεσμένων και να συνδέονται με τον πλούτο θεωρητικής ανάλυσης που παρήγαγε το ανταγωνιστικό κίνημα στις όμορφες στιγμές αναστοχασμού του· εκεί όπου κατάφερε να ενσωματώσει φωνές που μέχρι τότε βρίσκονταν στη σιωπή και να παραγάγει μη διανοήσιμες ρήξεις.
Μέσα σε συνθήκες γενικευμένου αντικομμουνισμού, αλλά και κυριαρχίας των μεταμοντέρνων ιδεολογικών «εργαλείων» του άκριτου σχετικισμού και του περιχαρακωμένου ακαδημαϊσμού, η επαναφορά ακόμη και της λέξης κομμουνισμός —και ιδιαίτερα ως απόπειρα επανοηματοδότησης και αποϊδεολογικοποίησής του, ως της πραγματικής κίνησης που καταστρέφει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων— φαντάζει, για τους περισσότερους, μια αναχρονιστική προσπάθεια. Ωστόσο, εμείς επιμένουμε και κρατάμε τον κομμουνισμό ως τη δική μας παρακαταθήκη για το παρόν, ως τον δικό μας στρατηγικό στόχο — όχι άκριτα και σε καμία περίπτωση δίχως την άσκηση κριτικής στα όρια του παραδοσιακού μαρξισμού και του ιστορικού προλεταριακού κινήματος. Άλλωστε, ο ιστορικός κύκλος του προλεταριακού ανταγωνισμού στον 20ό αιώνα έχει κλείσει οριστικά και, δυστυχώς, με μια συντριπτική ήττα προς όφελος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα έναρξης μιας νέας εποχής για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στον 21ο αιώνα — και αυτό γιατί οι ίδιες οι υλικές συνθήκες ανοίγουν τον δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό, ωστόσο, δεν θα συμβεί δίχως την κατάδυση στο ιστορικό βάθος όλων των τάσεων του κομμουνιστικού και προλεταριακού κινήματος του 20ού αιώνα. Το δικό μας εργαλείο για την ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας παραμένει η υλιστική κριτική και η μαρξική σκέψη, καθώς και η σχολή της κριτικής θεωρίας, ως απόπειρα εμπλουτισμού και συνέχειας της ανταγωνιστικής κριτικής σκέψης απέναντι στον καπιταλιστικό κόσμο.
Είναι, μάλλον, μια κοινή ανησυχία όσων βρεθήκαμε μέσα από το Shades και τους Κομμουνιστές/τριες με μνήμη ότι αυτός ο δρόμος δεν θα ανοίξει δίχως μια συνολική κριτική του καπιταλιστικού υπάρχοντος, δίχως το συνολικό ξεσκέπασμα αυτών που, στο όνομα του «κομμουνισμού», προάγουν κυρίαρχες εκδοχές ενός αντικαπιταλιστικού κοινοτισμού και, εν τέλει, ιδεολογικά τρέφουν την εθνική συγκρότηση των εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών και τη σφυρηλάτηση της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας. Θεωρούμε ότι η δική μας θεωρητική απόπειρα πρέπει να συνεχίσει την άσκηση κριτικής στα όρια του Διαφωτισμού και της αθέτησης των υποσχέσεών του, αλλά και στα όποια όρια του ίδιου του μαρξισμού – και στον εγκλωβισμό του – στα ιδεολογικά πλαίσια της αστικής, νεωτερικής πραγματικότητας. Μέσα από την περιοδική έκδοση του Shades και τους Κομμουνιστές/τριες με μνήμη, επιχειρούμε να επανεξετάσουμε και να δώσουμε νέες, ανταγωνιστικές ερμηνείες στην ιστορία, ειδικά σήμερα, που αυτή η ιστορία έχει θαφτεί κάτω από το πέπλο της λήθης που υπαγορεύεται από την κυρίαρχη εξουσία και την εθνική-ιδεολογική της αφήγηση. Είναι πάγια πεποίθησή μας ότι η κυρίαρχη ιστορική ερμηνεία στον ελλαδικό χώρο έχει γραφτεί από τους νικητές του Εμφυλίου Πολέμου 1946–49, καθώς και από επίσημους ιστοριογράφους του ελληνικού κράτους, οι οποίοι συχνά εναρμονίζουν την έρευνά τους με την επίσημη εθνική αφήγηση. Μέσα από τη δράση και τη δική μας αυτόνομη έρευνα, επιχειρούμε να ανοίξουμε ένα ρήγμα σε αυτήν την ιστοριογραφία, προσπαθώντας να την επανεξετάσουμε από κριτική, υλιστική, κομμουνιστική σκοπιά.
Κόντρα στα αντιδραστικά, αντιμαρξιστικά ιδεολογήματα περί «ελληνικού λαού» ως επαναστατικού υποκειμένου, που συχνά διαβάζουμε στις αναλύσεις της Αριστεράς — δηλαδή μιας φαντασμαγορικής κοινότητας με κοινή μοίρα και κοινά συμφέροντα — εμείς θα αντιπαραθέσουμε μια διαφορετική ανάγνωση της ελληνικής καπιταλιστικής κοινωνίας, με βάση τα ταξικά συμφέροντα και τη δυσμενή θέση όσων σήμερα βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα της κρίσης του νεωτερικού καπιταλιστικού πολιτισμού. Ωστόσο, θεωρούμε ζήτημα αρχής και τη διεύρυνση της στήριξης όλων των κοινωνικών ομάδων εντός του ελληνικού καπιταλιστικού κρατικού μηχανισμού, που δέχονται διαχρονικά μια πολυεπίπεδη επίθεση.
Στεκόμαστε πάντα στο πλευρό όσων καθημερινά δοκιμάζονται, όπως οι Εβραϊκές Κοινότητες στη χώρα, που δέχονται την επίθεση του ελληνικού αντισημιτισμού σχεδόν σε καθημερινή βάση, είτε μέσω της λεκτικής αντισημιτικής βίας είτε μέσα από τη βεβήλωση μνημείων και νεκροταφείων. Το ίδιο και με τη Μακεδονική μειονότητα, τους αγώνες της για αναγνώρισή της από το ελληνικό κράτος, τους Μακεδόνες μαχητές του παρτιζάνικου στρατού του ΔΣΕ και το αίτημα για επαναπατρισμό των Μακεδόνων κομμουνιστών πολιτικών προσφύγων και των οικογενειών τους (νεκρών ή ζωντανών).
Στην ίδια βάση στηρίζουμε τους αγώνες και άλλων ομάδων, όπως των Ρομά, των Πομάκων κ.ο.κ. Οι σύντροφοι/σσες που συμμετέχουμε στο Shades και στους Κομμουνιστές/τριες με μνήμη βρεθήκαμε σε μικρούς και μεγαλύτερους αγώνες της εργατικής τάξης, και κυρίως στο μεταναστευτικό της κομμάτι, όπως είναι οι Πακιστανοί εργάτες γης.
Αντλούμε την πολιτική μας έμπνευση από τις πιο λαμπρές στιγμές του ιστορικού κομμουνιστικού και προλεταριακού κινήματος στον ελλαδικό χώρο, τα Βαλκάνια, την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο. Ιστορικά εγχειρήματα και στιγμές, όπως η Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια, η Κομμουνιστική Επανάσταση στη Γερμανία το 1918, τα Σοβιέτ σε Ουγγαρία και Μόναχο, οι επαναστατικές κομμουνιστικές εξεγέρσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, και τέλος η Οκτωβριανή Επανάσταση, θεωρούμε ότι αποτελούν και δική μας ιστορική κληρονομιά.
Οργανωτικοί πειραματισμοί, όπως αυτός της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελούν ίσως την πιο λαμπρή στιγμή του εργατικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο — και αυτό γιατί ποτέ ξανά σε αυτήν τη χώρα δεν συναντήσαμε ένα τόσο πολυεθνικό κίνημα όσο η Σοσιαλιστική Ομοσπονδία (Φεντερασιόν). Στην πολυεθνική Θεσσαλονίκη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και αργότερα, μετά την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό, η Φεντερασιόν κατάφερε, παρά τις αδυναμίες της, να συσπειρώσει κομμάτια της εργατικής τάξης από τις διαφορετικές εθνικές ομάδες που ζούσαν στην πόλη. Σεφαραδίτες Εβραίοι, Βούλγαροι, Τούρκοι και άλλοι βρέθηκαν στις γραμμές της, αποτελώντας το πρόπλασμα μιας ευρύτερης κομμουνιστικής οργάνωσης, της οποίας τα όρια — αν και τα είδαμε ιστορικά αργότερα — δεν αναιρούν τη συμβολή της, που υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα (αναφερόμαστε εδώ και στο ΚΚΕ των πρώτων δεκαετιών).
Όσο και αν ακούγεται παράδοξο σήμερα, οφείλουμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα από τον διεθνισμό της Φεντερασιόν. Πρέπει να ξαναχτίσουμε σήμερα την ανταγωνιστική κριτική, με απεύθυνση προς το πολυεθνικό προλεταριάτο των πόλεων και της υπαίθρου
Μέσα από τη δική μας αυτόνομη έρευνα θα επανεξετάσουμε τα τραγικά γεγονότα του 20ού αιώνα, τα οποία κορυφώθηκαν στο Ολοκαύτωμα — και λέμε κορυφώθηκαν, γιατί για εμάς το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε μια παρέκκλιση του αστικού πολιτισμού, αλλά η κορύφωσή του. Αρκετές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό, φαίνεται ξεκάθαρα ότι τίποτα δεν τελείωσε εκεί.
Αφενός, πρέπει να αναφερθούμε στη μεταμόρφωση του αντισημιτισμού σε αντισιωνισμό μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, και στον φετιχιστικό αντικαπιταλισμό της Αριστεράς (πέραν τουλάχιστον των παραδοσιακών εκδοχών της ιδεολογίας του αντισημιτισμού, οι οποίες επίσης επιβίωσαν μετά το ’45), που αναπαράγουν στον πυρήνα τους την κυρίαρχη ιδεολογία και τις πιο επικίνδυνες όψεις της — αυτές της εξολοθρευτικής μανίας που οδήγησαν στο Άουσβιτς.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να επανέλθουμε στον μαρξισμό και την έννοια της προόδου. Πιστεύουμε ότι πρέπει να αποδεσμεύσουμε τη ριζοσπαστική σκέψη τόσο από τις ιδεολογικές νομοτέλειες του τύπου «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη», όσο και από την ιδεολογία της «συνεχούς προόδου» του πολιτισμού, που δήθεν στρώνει τον δρόμο για τον κομμουνισμό.
Εδώ, δεν μπορούμε παρά να θέσουμε το ερώτημα: τι μπορεί να σημαίνει πρόοδος στον νεωτερικό πολιτισμό, όταν η βιομηχανική του ανάπτυξη κορυφώθηκε με τη βαρβαρότητα του Ολοκαυτώματος;
Πέρασαν αρκετές δεκαετίες από την απελευθέρωση του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό. Σήμερα, λίγοι είναι εκείνοι που θυμούνται αυτό το γεγονός στην Ευρώπη και τον κόσμο. Την ίδια ώρα, ζούμε την αναβίωση του φασισμού και του ναζισμού, μέσα από σύγχρονες νεοναζιστικές και νεοφασιστικές ομάδες, αλλά και εθνικούς όχλους.
Η Ε.Ε., μέσα από συνέδρια όπως εκείνο σε χώρα της Βαλτικής πριν λίγα χρόνια, σχετικοποιεί το Ολοκαύτωμα με τη γενική αναφορά σε «εγκλήματα πολέμου», εξισώνοντας έτσι τον Κόκκινο Στρατό και τη Σοβιετική Ένωση με τον εθνικοσοσιαλισμό και τα ναζιστικά στρατεύματα. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να εξισώσει τον κομμουνισμό με τον ναζισμό και να διαστρεβλώσει – αναθεωρήσει την ιστορία.
Αυτός ο “αγώνας” της κυριαρχίας για τη διαστρέβλωση της ιστορίας βρίσκει απήχηση ακόμη και σε φαινομενικά προοδευτικούς και αναρχικούς. Γι’ αυτό και έχει σήμερα ιδιαίτερη σημασία να τον αντικρούσουμε. Το μέτωπο της ιστορίας είναι πραγματικά κρίσιμο.
Πιστεύουμε ότι, παρά τις αρνητικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται πως πλέον υλική προϋπόθεση της ίδιας τους της ύπαρξης είναι να ξαναδούν την ανάδυση μιας νέας ανταγωνιστικής κίνησης ενάντια στην καπιταλιστική «κανονικότητα» ως δική τους υπόθεση. Δεν υποτιμούμε τις δυναμικές που αναδύονται από ατομικότητες, μικρές και μεγαλύτερες δικτυώσεις ανθρώπων που προβληματίζονται από τη σημερινή καπιταλιστική κρίση. Ωστόσο, ο δρόμος για τη συνδιαμόρφωση ενός ριζοσπαστικού πολιτικού προγραμματικού λόγου είναι ακόμη αρκετά μακρύς.
Επιθυμούμε να συναντηθούμε με ανθρώπους ιδιαίτερα προβληματισμένους για τη σημερινή πραγματικότητα. Καλούμε όσους/όσες φίλους/φίλες από το ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα βλέπουν στο εγχείρημά μας κάτι αναγκαίο, να μην διστάσουν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Μια τέτοια συνάντηση δεν προϋποθέτει συμφωνία σε όλα τα επίπεδα· άλλωστε, από την αρχή της ύπαρξης του εγχειρήματός μας, δεν κλείσαμε την πόρτα στον δημιουργικό διάλογο και τις εποικοδομητικές διαφωνίες.