Πέρασαν αρκετές δεκαετίες από εκείνη τη φρικτή νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938, που σηματοδότησε την απαρχή των συστηματικών ενεργειών εξόντωσης των Εβραίων στην Ευρώπη. Μετά από μια δεκαετία κοινωνικής και πολιτικής αποσύνθεσης, μιας ακήρυκτης εμφύλιας ταξικής σύγκρουσης και της κατάρρευσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης —με την ήττα του προλεταριακού και κομμουνιστικού κινήματος και την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία το 1933—, το ναζιστικό καθεστώς εγκαινίασε ένα σύνολο αντισημιτικών πολιτικών που ενσωματώνονταν οργανικά στη δομή του.
Εκείνη την εποχή ζούσαν στη Γερμανία περίπου 500.000 Εβραίοι. Το καθεστώς τους μετέτρεψε σε αποδιοπομπαίους τράγους για όλα τα δεινά της κοινωνίας —την ήττα του 1918 στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και την Κομμουνιστική Επαναστατική Εξέγερση που ακολούθησε, τον υπερπληθωρισμό, τη Μεγάλη Ύφεση, ακόμη και τον «μπολσεβικισμό»—, κατασκευάζοντας τον «αιώνιο Εβραίο» ως το απόλυτο κακό της καπιταλιστικής κρίσης. Το αποκορύφωμα αυτής της πορείας ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης σε βιομηχανική κλίμακα, το Άουσβιτς, όπου η αστική λογική της παραγωγικότητας, της προόδου και της διαχείρισης εφαρμόστηκε στην πιο φονική της εκδοχή.
Τον Νοέμβριο του 1938, η ναζιστική ηγεσία έδωσε το πράσινο φως για μια οργανωμένη σειρά πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους στη Γερμανία και τα προσαρτημένα εδάφη. Η «Νύχτα των Κρυστάλλων» (Kristallnacht) πήρε το όνομά της από τα θραύσματα των γυαλιών που γέμισαν τους δρόμους μετά την καταστροφή συναγωγών, επιχειρήσεων και σπιτιών. Οι ναζιστικές αρχές παρουσίασαν τις επιθέσεις ως «αυθόρμητη» αντίδραση του λαού στη δολοφονία ενός Γερμανού διπλωμάτη στο Παρίσι από τον νεαρό Εβραίο Χέρσελ Γκρίνσπαν — έναν άνθρωπο που «εξαφανίστηκε» λίγα χρόνια αργότερα στα στρατόπεδα του Ράιχ.
Περίπου 30.000 Εβραίοι άνδρες συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης — η πρώτη μαζική σύλληψη ανθρώπων αποκλειστικά για την εθνοθρησκευτική τους ταυτότητα. Οι ναζί κατέστρεψαν εκατοντάδες συναγωγές, σχολεία και κοινοτικά κτίρια σε όλη τη Γερμανία, την Αυστρία και τη Σουδητία. Οι πυροσβέστες είχαν ρητή εντολή να αφήσουν τις συναγωγές να καούν. Τα SA (τάγματα εφόδου του ναζιστικού κόμματος) και η ναζιστική νεολαία λεηλάτησαν χιλιάδες εβραϊκά καταστήματα και βεβήλωσαν νεκροταφεία.
Στο Βερολίνο και τη Βιέννη, όπου βρίσκονταν οι μεγαλύτερες εβραϊκές κοινότητες, η βία πήρε μορφή δημόσιας τελετουργίας ταπείνωσης. Εβραίοι ξυλοκοπούνταν στους δρόμους και εξαναγκάζονταν σε εξευτελισμούς υπό τα βλέμματα των μη Εβραίων συμπολιτών τους. Επισήμως, οι νεκροί αναφέρθηκαν ως 91, όμως οι πραγματικοί αριθμοί ήταν πολλαπλάσιοι.
Η Kristallnacht έβαλε τέλος στις ψευδαισθήσεις όσων πίστευαν ότι η χώρα των ποιητών και των φιλοσόφων δεν θα μπορούσε να φτάσει στο αδιανόητο του μεγαλύτερου εγκλήματος που γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία. Ήταν επίσης το τέλος της αυταπάτης της «αφομοίωσης» πολλών Εβραίων της μεσαίας τάξης, που θεωρούσαν ότι η πολιτισμική ένταξή τους στη γερμανική κοινωνία θα τους προστάτευε. Ο Χερτσλ είχε ήδη διαγνώσει, από την εποχή της διαβόητης υπόθεσης Ντρέιφους, ότι ο Εβραίος, ακόμη και ως πολίτης του αστικού κράτους, παρέμενε πάντοτε ύποπτος — μια ξένη φιγούρα, φορέας όλων των κοινωνικών φόβων και αντιφάσεων. Ο γερμανοεβραίος ποιητής Χάινριχ Χάινε, πολύ παλιότερα, είχε επίσης προφητικά προειδοποιήσει: «Όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους».
Ο αντισημιτισμός δεν ήταν «παρέκκλιση» του ναζισμού· ήταν η οργανική του ουσία. Ήταν το πυρηνικό στοιχείο της «αυτοκατανόησης» του. Η φυλετική του μυθολογία δεν εξηγεί μόνο την επιθυμία για εξόντωση του Άλλου, αλλά και την κοινωνική λειτουργία της: να αποφορτίσει την ταξική ένταση, να εξορίσει την κοινωνική σύγκρουση στο πρόσωπο του «Άλλου» που είναι σύμφωνα με τους ναζιστές και ο φορέας της αξίας.
Σήμερα, δεκαετίες μετά, ο αντισημιτισμός συνεχίζει να αποτελεί οργανικό στοιχείο κάθε νέου φασισμού. Οι επιθέσεις εναντίον Εβραίων, πριν και μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023, αυξάνονται σε όλη την Ευρώπη — και στην Ελλάδα. Οι βεβηλώσεις μνημείων, τα συνθήματα, οι καταστροφές στα εβραϊκά νεκροταφεία δείχνουν τη συνεχιζόμενη επικαιρότητα της φράσης του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού:
«Ακόμη και η γαλήνη της τελευταίας κατοικίας παραβιάζεται. Οι δηώσεις των νεκροταφείων δεν είναι παρεκτροπές του αντισημιτισμού, αλλά αυτός ο ίδιος.»
Ο αντισημιτισμός, όμως, δεν προέρχεται μόνο από τη νεοφασιστική ακροδεξιά. Σήμερα, επανεμφανίζεται και μέσα από τον αντιιμπεριαλιστικό και «αντισιωνιστικό» λόγο ενός μεγάλου τμήματος της αριστεράς, που μετά την 7η Οκτώβρη μετατράπηκε σε πρωταγωνιστή της νέας «αντισημιτικής καταιγίδας». Εκεί όπου το Ισραήλ παρουσιάζεται ως «Εβραίος ανάμεσα στα κράτη» που πρέπει να εξαφανιστεί από προσώπου γης — μια προβολή του ίδιου του αντισημιτικού φαντασιακού που δήθεν αντιμάχεται.
Ο Μοΐζε Ποστόουν είχε δείξει ότι ο σύγχρονος «αντισιωνισμός» λειτουργεί ως μεταμφιεσμένος αντισημιτισμός, μεταφέροντας τις παλιές δομές του μίσους από το άτομο στο κράτος. Η αριστερά που αναπαράγει αυτή τη λογική εγκαταλείπει την υλιστική κριτική του υπάρχοντος και βυθίζεται στη μεταφυσική.
Ο αντισημιτισμός, με ή χωρίς Εβραίους, παραμένει υλική πραγματικότητα του κόσμου του κεφαλαίου. Δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να χρειάζεται εξιλαστήρια θύματα για να αποκρύψει τις ίδιες της τις αντιφάσεις.
Η μνήμη της 9ης Νοέμβρη δεν είναι επετειακή. Είναι μια υπενθύμιση ότι όσο ο καπιταλισμός επιβιώνει, η δυνατότητα του Άουσβιτς παραμένει ανοιχτή. Όπως έγραψε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν:
«Αν ο εχθρός νικήσει, ούτε οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς.»
Ο αγώνας ενάντια στον αντισημιτισμό δεν μπορεί να είναι μια «δευτερεύουσα», ταυτοτική ή «ηθική» υπόθεση για το κομμουνιστικό κίνημα. Πρέπει να αποτελεί οργανικό και αναπόσπαστο στοιχείο της ίδιας του της θεωρητικής και πολιτικής υπόστασης του. Ο αντισημιτισμός δεν είναι ένα τυχαίο ή «πολιτισμικό» κατάλοιπο, αλλά μια μορφή ψευδούς συνείδησης (Ιδεολογία), μέσα από την οποία το κεφάλαιο αποκρύπτει τη δική του αφηρημένη, απρόσωπη και φετιχοποιημένη εξουσία, προσωποποιώντας την σε έναν «εβραϊκό» εχθρό. Ο αντισημιτισμός ως ιδεολογία λειτουργεί, δηλαδή, ως ένα είδος παραμορφωμένης κριτικής του καπιταλισμού, όπου η κοινωνική δυσφορία στρέφεται όχι ενάντια στις σχέσεις παραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά σε φανταστικούς υπαίτιους. Ένα κίνημα που θέλει να είναι πραγματικά επαναστατικό, οφείλει να αποδομήσει αυτή τη φαντασιακή μετατόπιση και να δείξει πώς η μισαλλοδοξία λειτουργεί ως υποκατάστατο της ταξικής συνείδησης, ως όργανο της ίδιας της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο αγώνας ενάντια στον αντισημιτισμό δεν είναι, επομένως, μια «ανθρωπιστική» προσθήκη, αλλά οργανικό κομμάτι της θεωρητικής κριτικής· γιατί όπου επιβιώνει ο αντισημιτισμός, εκεί ακριβώς εμείς έχουμε ήδη ηττηθεί.
Ο αγώνας ενάντια σε κάθε αντισημιτισμό είναι βασική προϋπόθεση για τον συνολικό αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία.
Αυτόνομη Πρωτοβουλία Ενάντια στη Λήθη
και άτομα από τον κύκλο του Shades