Σημειώσεις με αφορμή μια συζήτηση για το θέμα της χρήσης του όρου «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης»
Όλα τα προηγούμενα χρόνια έχουμε γίνει θεατές ενός φαινομένου που σίγουρα προσφέρει τροφή για σκέψη και συζήτηση. Ο χώρος της ευρύτερης Αριστεράς χρησιμοποιεί αδιακρίτως τον όρο «στρατόπεδα συγκέντρωσης», συνήθως όταν αναφέρεται στα στρατόπεδα κράτησης προσφύγων. Οι πιο «διαβασμένοι» ανάμεσά τους υποστηρίζουν ότι στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρξαν και πριν από το Ολοκαύτωμα, επικαλούμενοι κυρίως εκείνα που δημιούργησε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός [1]. Πρόκειται πράγματι για ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς τέτοιες δομές στρατοπέδων συγκέντρωσης προετοίμασαν ή αποτέλεσαν παράδειγμα για ό,τι ακολούθησε την περίοδο του Ολοκαυτώματος; Είναι επίσης σοβαρό ζήτημα συζήτησης το πώς η «πρόοδος» που έφερε η ανάπτυξη του βιομηχανικού πολιτισμού κατέστησε πραγματοποιήσιμο το αδιανόητο: την εξολόθρευση σε βιομηχανική κλίμακα. Είναι τελικά το Ολοκαύτωμα μια γερμανική ιδιαιτερότητα ή μια εμμενής τάση του νεωτερικού (καπιταλιστικού) πολιτισμού προς τη βαρβαρότητα; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που μας απασχόλησαν και συνεχίζουν να μας απασχολούν.
Μετά το Ολοκαύτωμα, όμως, ο όρος «στρατόπεδα συγκέντρωσης» δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αδιακρίτως για άλλες περιπτώσεις χωρίς να προκαλείται σοβαρή ιστορική και ιδεολογική παραμόρφωση, καθώς και πολλαπλά ερωτήματα. Ο λόγος είναι ότι ο όρος έχει φορτιστεί ανεπιστρεπτί, κατά τη διάρκεια του εθνικοσοσιαλισμού, από την εμπειρία των ναζιστικών Lager, τα οποία δεν ήταν απλώς χώροι κράτησης ή καταστολής, αλλά οργανικά τμήματα μιας νεωτερικής, βιομηχανικής μηχανής εξόντωσης — μοναδικής στην ιστορία — σχεδιασμένης με σκοπό τη συστηματική εξάλειψη ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, και κυρίως των Εβραίων της Ευρώπης. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης, μετά το 1941, δεν σημαίνει απλώς εγκλεισμό· σημαίνει Άουσβιτς.
Η χρήση του όρου για να περιγραφούν άλλα καταπιεστικά καθεστώτα μετά το 1945, φυλακές όπως το Γκουαντάναμο ή ακόμη και κέντρα κράτησης προσφύγων, όσο απάνθρωπα κι αν είναι αυτά, λειτουργεί τελικά συγκριτικά: εξισώνει το μοναδικό γεγονός της εξόντωσης με καταστάσεις που, όσο σκληρές κι αν είναι, δεν έχουν ως προϋπόθεση τη συστηματική εξολόθρευση και τον βιομηχανικό αφανισμό της «αντιφυλής» [2]. Έτσι, όμως, κινδυνεύει να σχετικοποιηθεί το Ολοκαύτωμα, να χαθεί η ιστορική του ιδιαιτερότητα και να μετατραπεί σε ένα αφηρημένο μεταφυσικό σύμβολο του “κακού”, προσπελάσιμο και εύχρηστο για κάθε πολιτική ή ιδεολογική χρήση, όπως συμβαίνει σήμερα, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης Ισραήλ–Χαμάς.
Μια τέτοια χρήση του όρου αποκαλύπτει και άλλα σχετικά ζητήματα, που απασχόλησαν τη συζήτηση πριν και μετά την 7η Οκτωβρίου 2023. Για παράδειγμα, ο εξισωτικός λόγος του ναζισμού με τους Εβραίους (σιωναζί) που υιοθετήθηκε από τους περισσότερους αντισημίτες, ή η περιγραφή της Γάζας ως ενός μεγάλου «στρατοπέδου συγκέντρωσης». Στόχος ήταν εξαρχής να προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση στο ευρύτερο κοινό, αλλά και να επιχειρήσουν να τερματίσουν οριστικά τη συζήτηση για τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος.
Μέσω αυτής της ιδεολογικά ασύνετης χρήσης του όρου συντελείται μια περίεργη αντιστροφή, όπου η εκφυλισμένη αριστερά φέρεται περισσότερο από ποτέ να προσεγγίζει στοιχεία που συνεχίζουν σήμερα να διαδραματίζουν κεντρικό και συνεκτικό ρόλο στις πολιτικές της κυριαρχίας και στη νέα ακροδεξιά που αναδύθηκε μετά το 1945.
Από αυτή τη συζήτηση δεν θα μπορούσαμε να εξαιρέσουμε τους φιλελεύθερους υποστηρικτές του Ισραήλ και των δυτικών αξιών, οι οποίοι υιοθετούν μια πλασματική – ιδεολογική ανάγνωση της πραγματικότητας, όπου η Δύση διαφοροποιείται πλήρως από την Ανατολή, χωρίς καμία κατανόηση της καπιταλιστικής ολότητας. Πιο έντονα, όμως, πρέπει να επισημανθούν οι ακροδεξιοί συνοδοιπόροι τους. Ειδικά όσον αφορά αυτούς, στην πραγματικότητα συνηγορούν στην ιδεολογία όσων θεωρούν ότι το Ισραήλ αποτελεί μια κοινωνία Απαρχάιντ, παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως πρότυπο στρατιωτικό κράτος, ενώ στο πίσω μέρος του μυαλού τους διατηρούν τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης σε μια ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία και μια υποτιθέμενη στρατιωτική υποστήριξη του Ισραήλ σε αυτά τα σχέδια.
Όλοι αυτοί έχουν επίσης ένα κοινό ενοποιητικό στοιχείο: τον αντικομμουνισμό. Σε αυτή την περίπτωση, για να επιτεθούν κυρίως στις κομμουνιστικές ιδέες, χρησιμοποιούν και αυτοί τον όρο «στρατόπεδα συγκέντρωσης» για να περιγράψουν τα γκούλαγκ του εκφυλισμένου κρατικοκαπιταλιστικού καθεστώτος της ΕΣΣΔ. Σε όλους αυτούς, ιστορικά, όπως έχει επισημανθεί και σε άλλα κείμενα του Shades, έχει απαντήσει ο επιζώντας του Ολοκαυτώματος Πρίμο Λέβι [3].
Η ασυλλόγιστη χρήση του όρου «στρατόπεδο συγκέντρωσης» (από όπου και αν αυτή προέρχεται) λειτουργεί πάντα ως ένας μηχανισμός αθώωσης (ιστορικού ξεπλύματος) του εθνικοσοσιαλιστή θύτη: εφόσον παντού υπάρχουν «στρατόπεδα συγκέντρωσης», τότε το Άουσβιτς δεν ήταν κάτι άλλο παρά μία ακόμη έκφραση (της μεταφυσικής) της ανθρώπινης σκληρότητας και «φύσης του ανθρώπου», και όχι το άνευ προηγουμένου ιστορικό ρήγμα που υπήρξε μέσα από την βιομηχανοποίηση του θανάτου. Με αυτόν τον τρόπο χάνεται η όποια κατανόηση του εθνικοσοσιαλισμού, ο οποίος δεν στόχευε απλώς στον πολιτικό έλεγχο ή την καταστολή αντιπάλων του, αλλά είχε ως κεντρικό αυτοσκοπό την εξάλειψη της ίδιας της δυνατότητας ύπαρξης ενός «άλλου», ιδίως του Εβραίου – ως φορέα, του κεφαλαίου, της αξίας και της αφηρημένης σκοτεινής κυριαρχίας μιας ελίτ.
Μετά το Ολοκαύτωμα, η χρήση του όρου οφείλει να είναι αυστηρά ιστορική και συγκεκριμένη. Δίχως αμφιβολία, υπάρχουν και σήμερα απάνθρωποι θεσμοί εγκλεισμού, στρατόπεδα κράτησης ή χώροι οργανωμένης μαζικής κρατικής βίας, αλλά για να περιγραφούν απαιτούνται διαφορετικές έννοιες και νέοι όροι που να αποδίδουν τη δική τους ιδιοτυπία, χωρίς να παραχαράσσουν τη μνήμη του Άουσβιτς ως βιομηχανίας εξόντωσης.
Η ακρίβεια στη γλώσσα δεν είναι απλώς ζήτημα ορολογίας, αλλά πράξη ιστορικής ευθύνης απέναντι στο γεγονός που όρισε τα όρια του ανθρώπινου και του απάνθρωπου στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, μετά το Ολοκαύτωμα, πολλά στοιχεία του εθνικοσοσιαλισμού έχουν ενσωματωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα, και είναι απαραίτητο να τα εντοπίσουμε, ειδικά σε μια περίοδο όπου στην Ευρώπη σαρώνουν τα κόμματα και κινήματα της νέας ακροδεξιάς, αυτής που δίχως αμφιβολια αναδύθηκε μετά το 1945 και έχει πάρει σημαντικές θέσεις στον μηχανισμό των αστικών κρατών ολόκληρου του κόσμου. Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει μέσω σχετικοποιήσεων ή απλουστεύσεων.
Απέναντι σε κάθε σκόπιμη σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος, του ναζισμού και του Εβραϊκού κράτους, για να την αντικρούσουμε και να αποκαλύψουμε τα κίνητρα που την τροφοδοτούν, οφείλουμε —στην παρούσα φάση της καπιταλιστικής κρίσης— να αναδείξουμε τα στοιχεία που συγκροτούν την επιδεινούμενη αυταρχικοποίηση του αστικού κράτους: την προετοιμασία του μέσω πολιτικών ελέγχου και επιτήρησης του ευρύτερου πληθυσμού, με σκοπό την επίθεση στη συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης και όχι μόνο.
Σημειώσεις
[1] σχετικά με τα στρατόπεδα στρατόπεδα των Άγγλων https://spartacus-educational.com/FWWconcentration.htm
[2] Ο όρος εμφανίζεται μέσα στο ναζιστικό και αντισημιτικό λόγο του μεσοπολέμου, ως μέρος της ναζιστικής μυθολογίας περί “αντιφυλής”, όρο που χρησιμοποίησε και του έδωσε το παρόν νόημα του, ο ναζιστής διανοούμενος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ. Στο ναζιστικό φαντασιακό, η «Άρια Φυλή» θεωρείται το ανώτερο βιολογικό και πνευματικό πρότυπο της ανθρωπότητας, ενώ απέναντί της τοποθετείται η Gegenrasse — η αντίθετη, εκφυλισμένη ή διαβρωτική φυλή, που προσωποποιείται στον Εβραίο. Η έννοια αυτή δεν αφορά μόνο τη βιολογία, αλλά λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός αντιστροφής: ο Εβραίος παρουσιάζεται ως η αντεστραμμένη μορφή, το αρνητικό του πολιτισμένου ανθρώπου, η αντι-ουσία που υπονομεύει τον «φυσικό» κόσμο των φυλετικά καθαρών ανθρώπων. Η Gegenrasse είναι μια ιδεολογική κατασκευή του αντισημιτικού φαντασιακού, μέσω της οποίας ο αντισημιτισμός θεμελιώνει το μίσος του όχι ως κοινωνική προκατάληψη αλλά ως κοσμοαντίληψη: ο Εβραίος δεν είναι πια απλώς «ο Αιώνιος Άλλος» που παράγει ένα κοινό ρατσιστκό αφήγημα, αλλά η ίδια η άρνηση του ανθρώπινου. Στη σύγχρονη θεωρητική ανάλυση (π.χ. Adorno, Horkheimer, Postone), ο όρος Gegenrasse αναδεικνύεται ως κεντρική κατηγορία του εθνικοσοσιαλιστικού φαντασιακού, όπου ο αντισημιτισμός λειτουργεί ως μυστικοποίηση των κοινωνικών αντιφάσεων του καπιταλισμού: η «αντιφυλή» προσωποποιεί το αφηρημένο, το άυλο, το χρηματικό, την αξία.
[3] βλέπε σχετική δημοσίευση: Πρίμο Λέβι – η Μαύρη τρύπα του Άουσβιτς, πολεμική στους Γερμανούς ιστορικούς https://theshadesmag.wordpress.com/2016/01/12/anatheorisitisistorias/