Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην γερμανόφωνη εφημερίδα Jungle World το καλοκαίρι του 2007. Το μεταφράσαμε και το αναδημοσιεύσαμε για πρώτη φορά στις 4 Οκτώβρη 2023, με αφορμή τη γερμανική επέτειο της 3ης Οκτώβρη, όταν «γιορτάζεται» η επανένωση των δύο Γερμανιών, τρεις μέρες πριν από τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου. Τρία χρόνια μετά, το ξαναδημοσιεύουμε με επικαιροποιημένο σημείωμα, γιατί το κεντρικό ζήτημα που θίγει παραμένει επίκαιρο.
Ωστόσο, πολλά από τα στοιχεία του άρθρου δεν διατηρούν πλέον την επικαιρότητά τους. Το NPD έχει στο μεταξύ μετονομαστεί σε «Die Heimat» και έχει περιθωριοποιηθεί. Τον Ιανουάριο του 2024 το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το απέκλεισε για έξι χρόνια από την κρατική χρηματοδότηση. Το βάρος της γερμανικής ακροδεξιάς έχει μετατοπιστεί στο AfD, που έγινε δεύτερη δύναμη στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025. Στις 6 Σεπτέμβρη 2026 συγκέντρωσε 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ και στις 6 Οκτώβρη εξέλεξε τον πρώτο πρόεδρο κρατιδιακού κοινοβουλίου στην ιστορία του, με την υποστήριξη και του BSW. Η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος είχε αναβαθμίσει τον χαρακτηρισμό του κόμματος σε «αποδεδειγμένα ακροδεξιό» τον Μάη του 2025, αλλά το Διοικητικό Δικαστήριο της Κολωνίας τον ανέστειλε προσωρινά τον Φλεβάρη του 2026, μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, πάντως, η αρμόδια υπηρεσία του κρατιδίου το χαρακτηρίζει ήδη «αποδεδειγμένα ακροδεξιό».
Παραμένει όμως επίκαιρο το βασικό επιχείρημα του κειμένου, που αφορά την σχέση του «αντικαπιταλισμού» με τον νεοναζιστικό και ακροδεξιό χώρο, και κυρίως η δυσκολία να ξεχωρίσει κανείς, σε μια κριτική που προσωποποιεί το κεφάλαιο, τη χειραφετητική από την αντισημιτική κατεύθυνση. Μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 και το κύμα αντισημιτισμού που ακολούθησε, και από τμήματα της Αριστεράς, το ερώτημα αυτό δεν είναι πια θεωρητικό. Είναι καθημερινή πολιτική πραγματικότητα, όπως έχουμε αναλύσει στα κείμενά μας για τον φετιχοποιημένο αντικαπιταλισμό και τις «ανίερες συμμαχίες» γύρω από τον αντισημιτισμό. Πολλά από όσα γράφονται στο άρθρο είναι γνώριμα και στην Ελλάδα, από το κίνημα των πλατειών και τις αντιμνημονιακές ατζέντες της αριστεράς και της νεοναζιστικής ακροδεξιάς. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης το 2020 δεν τα εξάλειψε, όπως άλλωστε βλέπουμε και τις τελευταίες μέρες, με τις δύο δολοφονικές επιθέσεις στην Αθήνα.
Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις διαφωνίες που μπορεί να έχουμε με σημεία του κειμένου, το δημοσιεύουμε γιατί αποτελεί τροφή για τον πολιτικό διάλογο που έχουμε ανάγκη στις μέρες μας.
Η μετάφραση έγινε από εδώ: https://libcom.org/article/german-neo-nazis-and-anti-capitalism-jan-langehein
Από την Σύνταξη
Το “κοινωνικό ζήτημα” αποτέλεσε στο παρελθόν επίκεντρο της προπαγάνδας των Γερμανών νεοναζί, ωστόσο δεν είχε πάντα αντικαπιταλιστική χροιά. Μετά την επανένωση της παλιάς ΛΔΓ με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία το φθινόπωρο του 1990, ολόκληρη η Γερμανία γνώρισε αύξηση της ανεργίας- τα επίπεδα φτώχειας αυξήθηκαν σε Ανατολή και Δύση. Η ευθύνη βρισκόταν, αφενός, στην κατάρρευση και την πώληση της βιομηχανίας στην πρώην σχεδιασμένη οικονομία και, αφετέρου, σε μια διαρθρωτική κρίση της καπιταλιστικής οικονομίας στην επανενωμένη Γερμανία. Τα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα, τότε κυρίως το DVU και οι πιο μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνοι, απάντησαν αρχικά με έναν παραδοσιακό ρατσισμό: εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για τους σκοπούς τους, κατηγορώντας τους μετανάστες εργάτες και τον σχετικά μεγάλο αριθμό πολιτικών προσφύγων για τη φτώχεια. Το κεντροδεξιό κυβερνών κόμμα CDU είδε επίσης τους μετανάστες ως αποδιοπομπαίους τράγους για την κρίση, κατηγορώντας τους ότι ευθύνονται για τα εκατομμύρια των ανέργων και την κατάρρευση της οικονομίας στην Ανατολική Γερμανία. Ακόμα και το φιλελεύθερο περιοδικό “Der Spiegel” [συγκρίσιμο με τον “Economist” ως προς την επιρροή του- σημείωση του μεταφραστή] έγραφε πρωτοσέλιδα που υπονοούσαν ότι δεν υπήρχε θέση για τους πρόσφυγες στην επανενωμένη Γερμανία.
Το αποτέλεσμα αυτής της αναταραχής ήταν δεκάδες θάνατοι, κάποιοι ξυλοκοπήθηκαν ή κάηκαν μέχρι θανάτου από ναζιστές επιτιθέμενους, κάποιοι οδηγήθηκαν από τη γερμανική συνοριακή αστυνομία στον ποταμό Όντερ, που χωρίζει τη Γερμανία από την Πολωνία. Οι τρομερές εξελίξεις κορυφώθηκαν τον Αύγουστο του 1992: μεγάλα τμήματα του πληθυσμού του Λιχτενχάγκεν, προαστίου του Ροστόκ, μαζί με οργανωμένους νεοναζί και με τη βοήθεια της αδράνειας της αστυνομίας, επιτέθηκαν επί μέρες σε ξενώνα προσφύγων και επιχείρησαν να τον πυρπολήσουν. Οι “ημέρες του Ρόστοκ” έτυχαν παγκόσμιας προσοχής από τα μέσα ενημέρωσης και τα θύματα του παρελθόντος – από τη Ρωσία μέσω της Πολωνίας έως το Ισραήλ – φοβήθηκαν μια αναβίωση της ναζιστικής Γερμανίας. Η γερμανική κυβέρνηση, μακριά από το να προχωρήσει σε μια εντατικοποιημένη καταπολέμηση των νεοναζί, αντέδρασε στην κατάσταση καταργώντας ουσιαστικά το δικαίωμα ασύλου και ικανοποιώντας έτσι ένα κεντρικό αίτημα των νεοναζί.
Όπως αναφέρθηκε, αυτό εξακολουθούσε να ακολουθεί το μοτίβο του παραδοσιακού ρατσισμού, όπως είναι αναμενόμενο από τους νεοναζί. Η αντικαπιταλιστική “αλλαγή κατεύθυνσης” για τους γερμανούς ναζί συνέβη μόλις στις αρχές της νέας χιλιετίας και συνδέεται εν μέρει με δύο παράγοντες: πρώτον, το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (NPD), με στενότερους ιστορικούς δεσμούς με το NSDAP του Χίτλερ από ό,τι το DVU και οι Ρεπουμπλικάνοι, απέκτησε μεγαλύτερη σημασία- δεύτερον, το επίκεντρο της δεξιάς αντίληψης στη Γερμανία μεταφέρθηκε, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, από τη μετανάστευση στις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η αυτοκατανόηση του NPD είναι τόσο ως αντικομμουνιστικό όσο και ως αντικαπιταλιστικό κόμμα. Ένα από τα συνθήματά του είναι: “Το NPD είναι ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα της χώρας: “Όχι στον κομμουνισμό, όχι στον καπιταλισμό, ναι στον γερμανικό σοσιαλισμό”!
Το πολιτικό πρόγραμμα αυτού του “γερμανικού σοσιαλισμού” βασίζεται στις ιδέες της αριστερής “στρασερικής φράξιας” του NSDAP, η οποία μέχρι το 1934 αριθμούσε σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια μέλη. Στόχος της δεν ήταν η εθνικοποίηση του βιομηχανικού κατεστημένου, αλλά η υπαγωγή του στον κρατικό έλεγχο και η οικοδόμηση μιας δομής διοίκησης με επίκεντρο το Βερολίνο. Το κέντρο ελέγχου επρόκειτο να μετατρέψει τους εργάτες από “ελεύθερους πωλητές της εργατικής τους δύναμης” σε αποδέκτες εντολών του “Φύρερ”. Αυτές οι ιδέες ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν στην πράξη μόνο και μόνο επειδή ο Χίτλερ δεν ήταν διατεθειμένος να αφαιρέσει την εξουσία από τους Γερμανούς βιομηχάνους. Όπως και το NSDAP, έτσι και το NPD δεν θεωρεί το κεφάλαιο ως μια συνολική κοινωνική σχέση, αλλά το διαχωρίζει σε “παραγωγικό κεφάλαιο” (εργαζόμενοι και επιχειρηματίες) και σε “μη παραγωγικό ή χρηματιστικό κεφάλαιο”, το οποίο χωρίς να εργάζεται το ίδιο εκμεταλλεύεται τους καρπούς της τίμιας εργασίας. Για τους ιστορικούς ναζί, πίσω από αυτό το “μη παραγωγικό” κεφάλαιο βρισκόταν τόσο ο “μπολσεβικισμός” της Σοβιετικής Ένωσης, όσο και η βρετανική και αμερικανική “πλουτοκρατία” με την ανώτερη οικονομική της δύναμη. Σε τελική ανάλυση, όμως, και τα δύο μέρη θεωρήθηκαν απλά “τσιράκια” μιας παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας, η οποία στόχευε στην παγκόσμια κυριαρχία και την καταστροφή των μέσων διαβίωσης όλων των “λαών”.
Αυτή ακριβώς την κοσμοθεωρία έχει υιοθετήσει σήμερα το NPD [σήμερα το πιο επιδραστικό νεοναζιστικό κόμμα στη Γερμανία, σημείωση του μεταφραστή] με την αντικαπιταλιστική ρητορική του. Τώρα κατηγορούν τη “Wall Street” μαζί με τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ ότι συνωμοτούν για να εξαφανίσουν “λαούς” και “πολιτισμούς”. Ο “γερμανικός σοσιαλισμός”, λένε, πρέπει να αναλάβει τον αγώνα κατά των “ξένων επιρροών” και να οικοδομήσει αντ’ αυτού μια γεωγραφικά καθορισμένη οικονομική τάξη – μια ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά υπό γερμανικό έλεγχο, απομακρυσμένη από την παγκόσμια οικονομία και σε έναν κόσμο χωρίς Εβραίους. Πρόκειται για έναν ” κουλτουραλιστικό ” και αντισημιτικό εφιάλτη, που θέλει να επιτύχει για τη σύγχρονη Ευρώπη ακριβώς αυτά τα σχέδια που είχαν καταστρώσει οι επιτελείς του Χίτλερ.
Το NPD έχει καταλάβει ότι μπορεί να προσεγγίσει περισσότερους ανθρώπους με την αγκιτάτσια του κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ από ό,τι με την πολεμική κατά των προσφύγων και των μεταναστών. Μετά το πογκρόμ του Ροστόκ, ο ανοιχτός ρατσισμός εξοστρακίζεται, ενώ το μίσος για την Αμερική και η δυσαρέσκεια κατά του “σιωνισμού” θεωρούνται σχεδόν απόδειξη της κριτικής ικανότητας κάποιου. Πολλοί Γερμανοί πιστεύουν ότι είναι “επικριτές της παγκοσμιοποίησης ή του καπιταλισμού”. Δεν καταλαβαίνουν, ωστόσο, ότι αυτό πρέπει να σημαίνει πρωτίστως κριτική της δικής τους κοινωνίας. Αντιθέτως, αναζητούν τις αιτίες της πείνας, της φτώχειας και της βίας αποκλειστικά στις πολιτικές του Ισραήλ και της Αμερικής. Σε αυτό το σημείο κινούνται οι νεοναζί: Την άνοιξη του 2007, ξεκίνησαν μια εθνική εκστρατεία κατά της συνόδου κορυφής της G8 στο Heiligendamm, η οποία χρησιμοποίησε την ίδια ρητορική με τους αριστερούς επικριτές της παγκοσμιοποίησης. Τώρα, το NPD προσπαθεί να οργανώσει μια συνεργασία με το κύριο αριστερό κόμμα “Η Αριστερά”, διάδοχο του “Κόμματος Σοσιαλιστικής Ενότητας” της παλιάς ΛΔΓ. Ενώ η “Αριστερά” είναι αποφασιστικά αντιφασιστική, το εκλογικό της σώμα αποτελείται συχνά από υποστηρικτές της αυταρχικής ΓΛΔ, οι οποίοι είναι ανοιχτοί σε δεξιές ιδέες. Το NPD έχει ήδη καταφέρει να ψηφιστεί σε ορισμένα περιφερειακά κοινοβούλια της Ανατολικής Γερμανίας. Στη Σαξονία, η κοινοβουλευτική ομάδα του NPD κερδίζει τακτικά ψήφους από μέλη άλλων πολιτικών παρατάξεων. Παρ’ όλα αυτά, η κριτική της παγκοσμιοποίησης στη Γερμανία δεν είναι ακόμη ένα πεδίο στο οποίο κυριαρχούν οι νεοναζί. Μερικές φορές όμως είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνει κανείς ανάμεσα σε αντικαπιταλιστικές θέσεις με προοδευτική, χειραφετητική ή με φασιστική, αντισημιτική κατεύθυνση.
Δυστυχώς, η γερμανική Αριστερά έχει ελάχιστα να προσφέρει ως απάντηση στη νεοναζιστική αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική αλλαγή εστίασης. Ο ρατσισμός της δεκαετίας του 1990 αντιμετωπίστηκε από ένα ακόμη ενεργό αντιρατσιστικό κίνημα, το οποίο παρέχει βοήθεια στους πρόσφυγες και προσπαθεί να αντισταθεί στις ρατσιστικές επιθέσεις κατά των μεταναστών. Ωστόσο, αντιαμερικανικές και αντισημιτικές θέσεις μπορούν επίσης να βρεθούν σε μεγάλα τμήματα της Αριστεράς, με αριστερά και δεξιά αντιιμπεριαλιστικά κείμενα που δύσκολα διακρίνονται μεταξύ τους. Αυτό που ενώνει και τις δύο πλευρές είναι κυρίως το “κουλτουραλιστικό” (völkisch) στοιχείο της κριτικής τους. Και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν την τρομοκρατία της Χαμάς και της Αλ Κάιντα εναντίον Ισραηλινών και αμάχων άλλων δυτικών κρατών, ενώ διαφέρουν μόνο στις θέσεις τους απέναντι στη Γερμανία. Για την Αριστερά, οι Γερμανοί αποτελούν μέρος των καταπιεστών, ενώ για τη Δεξιά, οι Γερμανοί είναι θύματα. Κατά ειρωνικό τρόπο, ένας “λιποτάκτης” της Αριστεράς διατύπωσε τη ναζιστική προπαγανδιστική φράση της “εβραιοαμερικανικής ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας”: Ο Χορστ Μάλερ, κάποτε μαχητής και συνιδρυτής της αριστερής παράνομης οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), είναι τώρα δικηγόρος και πολιτικός του NPD.
Εδώ και μερικά χρόνια, ένα μικρό, αλλά δημόσιο τμήμα της γερμανικής Αριστεράς ασκεί κριτική σε αυτό το φαινόμενο. Περιοδικά όπως η ” Phase 2″, οι ” Bahamas” ή η ” Jungle World” επισημαίνουν ότι το NPD, παρά τον παραδοσιακό ρατσισμό του, επιδιώκει να συνεργαστεί με κουλτουραλιστικές-θρησκευτικές οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, ενώ υπάρχει και συνεργασία μεταξύ της Αριστεράς και των ίδιων αυτών ομάδων. Αρκετές ομάδες του γερμανικού αυτόνομου και αντιφασιστικού κινήματος έχουν υιοθετήσει αυτή την κριτική. Παρ’ όλα αυτά, η απάντηση της Αριστεράς στους νεοναζί που μετατράπηκαν σε αντικαπιταλιστές εξακολουθεί να είναι μια απάντηση που προκαλεί ανησυχία. Αντικαπιταλισμός; Αυτό δεν είναι ένα αντιφασιστικό θέμα; Οι ναζί δεν έχουν τίποτα να πουν γι’ αυτό! Συχνά λέγεται ότι ο νεοναζιστικός αντικαπιταλισμός είναι μια απλή μεταμφίεση, που κρύβει τον καταφατικό ρόλο που παίζουν οι ναζί για το κεφάλαιο. Ωστόσο, μια τέτοια άποψη δεν είναι μόνο ανόητη αλλά και επικίνδυνη. Ο κίνδυνος είναι ότι η γερμανική Αριστερά αρνείται να εγκαταλείψει τις λανθασμένες θέσεις της και γίνεται, από ορισμένες απόψεις, δυσδιάκριτη από τους ναζί. Υπάρχει όμως η ευκαιρία να ξανασκεφτεί και να επαναδιατυπώσει τη δική της κριτική στον καπιταλισμό – να αντιμετωπίσει τη φασιστική παραλλαγή, για την πρόοδο και τη χειραφέτηση της ανθρωπότητας και σε αυστηρή αντίθεση με όλες τις αντισημιτικές τάσεις.
Ακόμα και σήμερα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η κυβέρνηση έβαλε το χέρι της στο πογκρόμ του Ροστόκ ή τουλάχιστον το ανέχτηκε. Το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του BBC “Η αλήθεια βρίσκεται στο Ροστόκ” μπορεί να είναι προτεινόμενο.
ii[Ο πρωτότυπος γερμανικός όρος εδώ είναι “völkisch”, που προέρχεται από τη λέξη “Volk” που σημαίνει “λαός” ή “έθνος”. Ο όρος “Volk” κάνει έντονη αναφορά στην εθνικότητα, την αυτοφυή κουλτούρα και τον εθνικισμό και αποτελεί κεντρική οργανωτική αρχή για το ναζιστικό κίνημα, το οποίο τον αντιτάσσει στην ιδέα του “χωρίς ρίζες” κεφαλαίου, σημείωση του μεταφραστή].
Ο Jan Langehein είναι ραδιοφωνικός παραγωγός και τακτικός συνεργάτης της γερμανικής εβδομαδιαίας εφημερίδας “Jungle World