Ένα σχόλιο σχετικά με τον θάνατο της καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου στη Θεσσαλονίκη.

Ο θάνατος της Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως ένα τραγικό περιστατικό προσωπικής στοχοποίησης μιας καθηγήτριας ή ως μια μεμονωμένη εκτροπή συμπεριφορών στο εσωτερικό της σχολικής κοινότητας. Τέτοια γεγονότα λειτουργούν ως συμπτωματικές εκδηλώσεις βαθύτερων κοινωνικών αντιφάσεων που διαπερνούν τους θεσμούς της ύστερης νεωτερικότητας. Το λεγόμενο bullying δεν αποτελεί μια «παρέκκλιση» από την κανονικότητα της ορθολογικής λειτουργίας του σχολείου, ούτε αφορά μονάχα κάποιους βίαιους μαθητές – μαθήτριες· αντιθέτως, αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο οι μορφές κυριαρχίας και βίας που συγκροτούν την κοινωνική ολότητα αναπαράγονται και στο εσωτερικό όλων των θεσμών του αστικού κράτους.

Η νεωτερικότητα θεμελίωσε ιστορικά την παιδεία ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς της δήθεν χειραφετητικής υπόσχεσης του Διαφωτισμού: την καλλιέργεια αυτόνομων υποκειμένων ικανών να σκέφτονται και να πράττουν πέρα από τις δεσμεύσεις της παράδοσης και της αυθεντίας. Ωστόσο, η ίδια αυτή λογική της προόδου εκφυλίστηκε ιστορικά σε έναν εργαλειακό λόγο που μετασχηματίζει την ορθολογικότητα σε τεχνική κυριαρχίας. Η γνώση, αντί να λειτουργεί ως δύναμη κοινωνικής απελευθέρωσης, υποτάσσεται στη λογική της διαχείρισης, της ταξινόμησης και της πειθαρχίας. Οι θεσμοί της εκπαίδευσης αποτελούν τους μηχανισμούς κοινωνικής αναπαραγωγής των ίδιων σχέσεων που δομούν την καπιταλιστική κυριαρχία.

Το σχολείο, ως κεντρικός «παιδαγωγικός» θεσμός, αποτελεί τον τόπο διαμόρφωσης υποκειμενικοτήτων συμβατών με τις απαιτήσεις της πειθάρχησης στην κοινωνική τάξη πραγμάτων. Οι πρακτικές της αξιολόγησης, της πειθαρχίας, της ιεραρχικής οργάνωσης και του διαρκούς ανταγωνισμού δεν είναι ουδέτερα παιδαγωγικά εργαλεία. Αντιθέτως, συγκροτούν ένα καθεστώς κοινωνικής διαμόρφωσης όπου η λογική του ανταγωνισμού και της προσαρμογής εσωτερικεύεται ήδη από τις πρώιμες φάσεις της κοινωνικής ζωής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιθετικότητα και οι αυταρχικές τάσεις δεν είναι κάποιες απρόβλεπτες εκρήξεις βίας αλλά αποτελούν τις παραμορφωμένες εκφράσεις μιας κοινωνικής λογικής που ήδη διαπερνά πυρηνικά τον ίδιο τον θεσμό του σχολείου.

Η παρακμή της νεωτερικότητας γίνεται ορατή ακριβώς σε αυτή τη μεταστροφή: εκεί όπου θεσμοί που ιδρύθηκαν για να καλλιεργούν την αυτονομία και την κριτική σκέψη μετατρέπονται σε πεδία αναπαραγωγής της κοινωνικής ετερονομίας. Το σχολείο λειτουργεί ως μια μικρογραφία της ίδιας της κοινωνικής διάχυτης βίας μέσα από την καθημερινή κανονικοποίηση της ιεραρχίας, της πειθαρχίας και της αδιαφορίας για τον άλλον.

Η τραγική κατάληξη της καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου μας καλεί να αναστοχαστούμε τη δομική σχέση ανάμεσα στην εκμεταλλευτική οργάνωση της καπιταλιστικής κοινωνίας και στις μορφές βίας που εμφανίζονται στους μικρούς θεσμούς της καθημερινότητας. Εφόσον οι κοινωνικές σχέσεις κυριαρχίας παραμένουν αμετάβλητες και δεν αμφισβητούνται έμπρακτα από ένα πραγματικά ανταγωνιστικό κίνημα ενάντια στο καπιταλιστικό υπάρχον, οι θεσμοί που υποτίθεται ότι διαπαιδαγωγούν το υποκείμενο δύσκολα μπορούν να ξεφύγουν από τη λογική της αναπαραγωγής τους.

Η πραγματική κριτική της εκπαίδευσης δεν μπορεί να περιοριστεί σε παιδαγωγικές ρεφορμιστικές μεταρρυθμίσεις ή σε ηθικές εκκλήσεις για περισσότερη «ευαισθησία». Εκτιμούμε ότι η αντιπαράθεση που θα ξεσπάσει, με αφορμή τον θάνατο της κυρίας Χρηστίδου θα είναι ανάμεσα α) στην κυρίαρχη άποψη της εκπαιδευτικής αριστεράς, η οποία αντιλαμβάνεται το “πρόβλημα της εκπαίδευσης” απλά σαν ένα άθροισμα υλικών ελλείψεων λόγω των πολιτικών λιτότητας και κάποιων επιθετικών συμπεριφορών οι οποίες είναι απόρροια της κακής ποιότητας ζωής των όσων τις ασκούν και β) σε μία άκρα δεξιά που απαιτεί αυξημένη καταστολή ως απάντηση στο ζήτημα της βίας.

Από την δική μας σκοπιά, επιβάλλεται αν ανοίξουμε τον διάλογο για την κατανόηση πώς οι ίδιες οι δομές της νεωτερικής κοινωνίας παράγουν μορφές αποξένωσης, ανταγωνισμού και διάχυτης βίας που τελικά επιστρέφουν στους θεσμούς της καθημερινής ζωής. Μόνο μέσα από μια τέτοια κριτική μπορεί να διασωθεί η χειραφετητική δυνατότητα της παιδείας, η δυνατότητα, δηλαδή, το σχολείο να πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κοινωνικής βίας και να μετατραπεί σε χώρο όπου η κριτική σκέψη και η αλληλεγγύη μπορούν πραγματικά να αναπτυχθούν. Ο δρόμος για κάτι τέτοιο είναι μακρύς. Ωστόσο, ένα σύγχρονο κομμουνιστικό εγχείρημα πρέπει να θέσει το ζήτημα της παιδείας από μια άλλη οπτική, όπου να συνδέεται με μια συνολική πρόταση για μια άλλη κοινωνική οργάνωση.

Shades Aufbau: Κοινότητα – Θεωρία – Δικτύωση

Related posts