Σημειώσεις της συνάντησης του κύκλου μελέτης που πραγματοποιήθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2026.
Τη στιγμή αυτή, έχουμε πραγματικά φτάσει στο σημείο όπου η αρμονία μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία ταυτόχρονα με όλες τις δυνατότητες για μετασχηματισμό της έχουν αποδειχθεί ακριβώς αυταπάτες τις οποίες ανέκαθεν κατήγγελλαν οι επικριτές της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. τώρα, όπως το είχαν προβλέψει, οι αντιφάσεις της τεχνικής προόδου έχουν προκαλέσει διαρκή οικονομική κρίση, και οι απόγονοι των ελεύθερων επιχειρηματιών δεν μπορούν να διατηρήσουν τις θέσεις τους παρά μόνο χάνοντας τις πολιτικές τους ελευθερίες. τώρα λοιπόν που τα πράγματα έχουν φτάσει εδώ, οι διανοούμενοι που αντιτίθενται στην ολοκληρωτική κοινωνία εξυμνούν εκείνη ακριβώς την κατάσταση στην οποία οφείλεται η έλευσή της και αποποιούνται τη θεωρία που αποκάλυπτε, όσο υπήρχε ακόμα χρόνος, τις κρυφές ρίζες της.
Το απόσπασμα αυτό αρθρώνει μια ριζική απομυθοποίηση της αστικής ιδεολογίας, αυτής περί κοινωνικής αρμονίας, αποκαλύπτοντας ότι η υποτιθέμενη ισορροπία της καπιταλιστικής κοινωνίας και οι δυνατότητες ενός ειρηνικού μετασχηματισμού της δεν υπήρξαν ποτέ παρά ιδεολογικές φαντασιώσεις που εξυπηρετούσαν τη σταθεροποίηση των σχέσεων της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η «αρμονία» αυτή είναι η μορφή της φετιχοποιημένης συνείδησης, μέσω της οποίας αποκρύπτονται οι εγγενείς αντιφάσεις της εμπορευματικής παραγωγής και της ταξικής εκμετάλλευσης.
Σύμφωνα με το κείμενο, η διαρκής οικονομική κρίση, σίγουρα δεν είναι μια ιστορική ανωμαλία ή μια συγκυριακή παρεκτροπή. Είναι ένα αναγκαίο προϊόν της εσωτερικής δυναμικής της τεχνικής προόδου υπό καπιταλιστικούς όρους. Η κριτική στην έννοια της προόδου είναι σαφές. Η ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αντί να μετατρέπεται σε δυνατότητα της υλικής προϋπόθεσης για την καθολική χειραφέτηση της ανθρωπότητας, μετατρέπεται σε μηχανισμό εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης, συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και αποδιάρθρωσης της κοινωνικής συνοχής. Η τεχνολογική πρόοδος, αποσπασμένη από τον κοινωνικό έλεγχο των μέσων της παραγωγής, επιτείνει την κρίση αντί να την υπερβαίνει.
Η αδυναμία των «απογόνων των ελεύθερων επιχειρηματιών», να διατηρήσουν τη θέση τους χωρίς την απώλεια πολιτικών ελευθεριών αποκαλύπτει τη δομική συγγένεια που έχει η καπιταλιστική κρίση και ο αυταρχικός μετασχηματισμός του αστικού κράτους. Η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί την ιστορικά περιορισμένη μορφή ταξικής κυριαρχίας, η οποία, σε συνθήκες όξυνσης των αντιφάσεων της συσσώρευσης, τείνει να μετασχηματίζεται σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς διαχείρισης της κοινωνικής ταξικής αστάθειας. Η απώλεια των πολιτικών ελευθεριών δεν αποτελεί μια ηθική εκτροπή, αλλά την λειτουργική αναγκαιότητα για τη διατήρηση της εξουσίας του Κεφαλαίου.
Κανείς δεν μπορεί ν’ απαιτήσει από τους πολιτικούς πρόσφυγες να αποκαλύψουν στις καπιταλιστικές χώρες που τους έχουν προσφέρει άσυλο τις ίδιες τις καπιταλιστικές ρίζες του φασισμού. Αλλά όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό. Οι Άγγλοι οικοδεσπότες σήμερα είναι πολύ πιο ευχαριστημένοι με τους φιλοξενούμενούς τους απ΄όσο ήταν ο Φρειδερίκος ο Μέγας με τον φαρμακόγλωσσο Βολταίρο. Δεν πειράζει αν ο ύμνος των διανοουμένων στον φιλελευθερισμό έρχεται πολλές φορές πολύ καθυστερημένα, αφού η μια χώρα μετά την άλλη περνούν στον ολοκληρωτισμό πιο γρήγορ΄από τον χρόνο που χρειάζονται τα βιβλία τους για να βρουν εκδότες. οι διανοούμενοι δεν έχουν εγκαταλείψει την ελπίδα ότι σε κάποια χώρα η μεταρρύθμιση του δυτικού καπιταλισμού θα προχωρήσει ομαλότερα απ΄όσο στη Γερμανία και ότι ξένοι ε άριστες συστάσεις όπως αυτοί οι ίδιοι θα βρουν εν τέλει στον ήλιο μοίρα. Το ολοκληρωτικό καθεστώς, ωστόσο, δεν είναι παρά το προηγούμενο αστικό καθεστώς χωρίς τις αναστολές του. Όπως μερικές φορές οι άνθρωποι γερνώντας εκδηλώνουν τόση κακία όση ανέκαθεν έκρυβαν κατά βάθος, έτσι και η ταξική κυριαρχία στο τέλος της παίρνει τη μορφή της «κοινότητας του λαού»(Volksgemeinschaft). Η θεωρία κατέστρεψε τον μύθο της αρμονίας των συμφερόντων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. έδειξε ότι η φιλελεύθερη οικονομία αναπαράγει τις σχέσεις κυριαρχίας μέσω των «ελεύθερων συμβολαίων» που επιβάλλονται εκβιαστικά λόγω των ανισοτήτων της ιδιοκτησίας. Τώρα αυτή η μεσολάβηση έχει καταργηθεί. Ο φασισμός είναι η αλήθεια της σύγχρονης κοινωνίας που η θεωρία είχε εξαρχής συνειδητοποιήσει: ο φασισμός στερεοποιεί τις ακραίες ταξικές διακρίσεις που παράγει αναπότρεπτα ο νόμος της υπεραξίας.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική προς τους διανοουμένους και τους πρόσφυγες της εποχής εκείνης που ήδη πολλοί από αυτούς είχαν πάρει το δρόμο για την Αμερική, που, ενώ διακηρύσσουν την αντίθεσή τους με τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του εθνικοσοσιαλισμού διατηρούν τις καταστροφικές τους αυταπάτες. Εξυμνούν τις ίδιες τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που τον παρήγαγαν. Πρόκειται για μια μορφή ιδεολογικής αναδίπλωσης της αστικής διανόησης, η οποία ξορκίζει την Υλιστική Θεωρία, αυτή που αποκάλυπτε τις υλικές ρίζες της καπιταλιστικής κρίσης — δηλαδή την κριτική της πολιτικής οικονομίας — και καταφεύγει σε εξιδανικευμένες αναπαραστάσεις του φιλελεύθερου παρελθόντος.
Η αποκήρυξη της Θεωρίας που είχε διαγνώσει εγκαίρως τις κρυφές ρίζες της καπιταλιστικής κρίσης αποτελεί πολιτική και γνωσιολογική οπισθοδρόμηση. Αντί να εμβαθύνουν στην ανάλυση των δομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού, οι διανοούμενοι αυτοί επιλέγουν μια ιδεαλιστική, δηλαδή φαντασιακή ανασύσταση της πραγματικότητας, μετατοπίζοντας την ευθύνη από τις υλικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής σε αφηρημένες ηθικές ή πολιτισμικές κατηγορίες και διατυπώσεις.
Συνολικά, στο κείμενο ο Χορκχάιμερ επιχειρεί να διατυπώσει μια διαλεκτική κριτική της αστικής νεωτερικότητας, όπου η κρίση, ο αυταρχισμός και η ιδεολογική αποσύνθεση της διανόησης αποτελούν αλληλένδετες στιγμές της ιστορικής εξάντλησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η διάψευση των φιλελεύθερων αυταπατών δεν ανοίγει αυτομάτως τον δρόμο της παναθρώπινης χειραφέτησης, αντιθέτως, αποκαλύπτει τον κίνδυνο σε μια κοινωνία που, αδυνατώντας να υπερβεί τις υλικές της αντιφάσεις, καταφεύγει στην εντατικοποίηση της κυριαρχίας και στην ιδεολογική αυτο-εξαπάτηση.
…….
Σε αυτό το απόσπασμα ο Χορκχάιμερ συγκροτεί μια εξαιρετικά δομημένη, από την σκοπιά της μεθόδου, υλιστική διάγνωση της δομικής ενότητας του καπιταλισμού με τον φασισμό, απορρίπτοντας κάθε φιλελεύθερη ή ηθικολογική ερμηνεία του ολοκληρωτισμού, που θέλει αυτή την διαδικασία να είναι μια ιστορική «παρέκκλιση» του πολιτισμού. Η θέση ότι όποιος αρνείται να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν δικαιούται να μιλά για τον φασισμό, θεμελιώνει μια κριτική της πολιτικής οικονομίας που είναι αναγκαία προϋπόθεση για κάθε αντιφασιστική τοποθέτηση και συνολικά της ίδιας της Θεωρίας. Ο φασισμός δεν είναι μια εξωτερική απειλή για την αστική κοινωνία, αλλά η εσωτερική αλήθεια της, η γυμνή και απενοχοποιημένη μορφή της ταξικής κυριαρχίας.
Η αδυναμία —ή η απροθυμία— των πολιτικών προσφύγων να αποκαλύψουν τις καπιταλιστικές ρίζες του φασισμού αναδεικνύει την υλική εξάρτηση της αστικής προοδευτικής διανόησης από τις δομές της αστικής κοινωνίας. Η ανοχή των φιλελεύθερων κρατών προς τους εξόριστους διανοουμένους δεν αποτελεί κάποιου είδους ηθική ανωτερότητα των κρατών αυτών, αλλά έναν μηχανισμό ιδεολογικής εξουδετέρωσης της κριτικής. Η φιλοξενία στα δήθεν ελεύθερα δημοκρατικά αστικά κράτη είναι μια σχέση πειθάρχησης: η ελευθερία της σκέψης παραχωρείται μόνο στο μέτρο που δεν θίγει τις θεμελιακές σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας και της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Η ειρωνική αντιπαραβολή του Βολταίρου με τους σύγχρονους διανοουμένους υπογραμμίζει την ιστορική υποβάθμιση της κριτικής διανόησης, η οποία, αντί να αποτελεί την διαλεκτικά αρνητική δύναμη αποδιάρθρωσης της κυρίαρχης ιδεολογίας, μετατρέπεται σε ένα απολογητικό μηχανισμό του φιλελευθερισμού την εποχή της ιστορικής του αποσύνθεσης. Οι ύμνοι στον φιλελευθερισμό είναι οι καθυστερημένες νεκρολογίες ενός ήδη ιστορικά ξεπερασμένου καθεστώτος, την ίδια στιγμή που η πραγματικότητα μεταβαίνει επιταχυνόμενα προς ολοκληρωτικές μορφές κρατικής και κοινωνικής οργάνωσης.
Η ελπίδα των διανοουμένων για μια «ομαλότερη» μεταρρύθμιση του δυτικού καπιταλισμού αποτελεί την ιδεολογική αυταπάτη της μικροαστικής αυτοσυντήρησης. Η προσδοκία ότι μια πιο ήπια εκδοχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας μπορεί να διασώσει την ελευθερία και τη διανόηση αγνοεί το γεγονός ότι η ίδια η λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης ωθεί προς μια αυξανόμενη αυταρχικοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών μορφών. Ο φιλελευθερισμός εξάντλησε τις ιστορικές του δυνατότητες. Δεν είναι πια ο κύριος ρυθμιστής της ταξικής «ειρήνης» που χρειάζεται η καπιταλιστική κυριαρχία για την επιβίωση της.
Η κρίσιμη θέση ότι το ολοκληρωτικό καθεστώς αποτελεί το προηγούμενο αστικό καθεστώς χωρίς τις αναστολές του περιγράφει την ριζική απομυθοποίηση της αστικής δημοκρατίας. Ο φασισμός δεν είναι η άρνηση του αστικού κράτους, αλλά η απελευθέρωση της ταξικής κυριαρχίας από τις νομικές, ηθικές και ιδεολογικές της μάσκες ή αναστολές. Όπως η ατομική ηθική αποσυντίθεται σε ωμή κακία όταν οι κοινωνικές συμβάσεις καταρρέουν, έτσι και η αστική εξουσία εκδηλώνει την κατασταλτική της ουσία όταν οι μηχανισμοί συναίνεσης παύουν να επαρκούν για τη αναπαραγωγή της.
Η μεταμφίεση της ταξικής κυριαρχίας στην «κοινότητα του λαού» (Volksgemeinschaft) αποκαλύπτει τον ιδεολογικό μηχανισμό μέσω του οποίου η κοινωνική ταξική ανισότητα μεταμφιέζεται σε οργανική ενότητα. Η φασιστική «κοινότητα» δεν καταργεί τις ταξικές διακρίσεις, αντίθετα τις παγιοποιεί και τις φυσικοποιεί, συγκαλύπτοντας τον ανταγωνισμό που διεξάγεται μεταξύ του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας κάτω από το μύθο μιας υπερταξικής κοινότητας του Έθνους – Λαού.
Καθοριστική είναι η αναφορά στη Θεωρία (Μαρξική Θεωρία) που κατέρριψε τον μύθο της δήθεν αρμονίας των συμφερόντων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας —από τον Μαρξ έως την Κριτική Θεωρία— έχει ήδη αποδείξει ότι τα «ελεύθερα κοινωνικά συμβόλαια» της φιλελεύθερης οικονομίας δεν είναι παρά η μορφή εξαναγκασμού και επιβολής στις επιταγές της ατομικής ιδιοκτησίας. Η τυπική ελευθερία της ανταλλαγής αποκρύπτει την πραγματική υλική εξάρτηση του κόσμου της εργασίας από το κεφάλαιο.
Η θέση ότι σήμερα αυτή η μεσολάβηση έχει καταργηθεί σηματοδοτεί τη μετάβαση από την ιδεολογικά συγκαλυμμένη κυριαρχία στην άμεση, γυμνή επιβολή της. Ο φασισμός εμφανίζει τον εαυτό του έτσι ώστε να φαίνετα ότι είναι η αλήθεια μιας κοινωνίας που δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει τις φιλελεύθερες αυταπάτες της. Εκεί όπου η εθελοντική συναίνεση αποτυγχάνει, αναλαμβάνει η ωμή καταστολή του μονοπωλίου της βίας που ασκεί το καπιταλιστικό κράτος.
Τέλος, η σύνδεση του φασισμού με τον νόμο της υπεραξίας εδραιώνει μια αυστηρά υλιστική ερμηνεία: ο φασισμός στερεοποιεί και παγιώνει τις ακραίες ταξικές διακρίσεις που παράγει αναπότρεπτα η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα, αλλά η αναγκαία πολιτική μορφή σε μια συγκυρία κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όταν οι κραδασμοί από τις αντιφάσεις της δεν μπορούν πλέον να απορροφηθούν από τις φιλελεύθερες θεσμικές μορφές.
Συνολικά, ο Χορκχάιμερ επιχειρεί μια αρνητική διαλεκτική της αστικής νεωτερικότητας, όπου ο φασισμός δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά την συνεπή ολοκλήρωση της λογικής του κεφαλαίου υπό συνθήκες ιστορικής εξάντλησης.
Δεν χρειάζεται καμία αναθεώρηση της οικονομικής θεωρίας για να κατανοήσουμε τον φασισμό. Η ίση και δίκαιη ανταλλαγή οδηγήθηκε ως τον παραλογισμό, και αυτός ο παραλογισμός είναι το ολοκληρωτικό καθεστώς. Η μετάβαση από τον φιλελευθερισμό επήλθε με αρκετά λογικό και λιγότερο βίαιο τρόπο απ΄όσο η μετάβαση από τον μερκαντιλισμό στο σύστημα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Οι ίδιες οικονομικές τάσεις που μέσω του ανταγωνισμού γεννούν μια διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, μεταβλήθηκαν ξαφνικά σε δυνάμεις κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Το καύχημα του φιλελευθερισμού, η τεχνολογική ανάπτυξη της βιομηχανίας ως το μη περαιτέρω, καταστρέφει τα ίδια της θα θεμέλια αφού μεγάλα τμήματα του πληθυσμού δεν μπορούν πλέον να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Η αναπαραγωγή του υπάρχοντος μέσω της αγοράς εργασίας γίνεται αναποτελεσματική. Προηγουμένως η αστική τάξη ήταν αποκεντρωμένη και οι ιδιοκτήτες πολλοί. η επέκταση της επιχείρησης αποτελούσε για κάθε επιχειρηματία προϋπόθεση ώστε ν΄ αυξήσει το μερίδιό πού του αναλογούσε σε κοινωνικό υπερπροϊόν. Χρειαζόταν εργάτες προκειμένου να επικρατήσει στον ανταγωνισμό της αγοράς. Στην περίοδο των μονοπωλίων η επένδυση όλο και περισσότερων νέων κεφαλαίων δεν υπόσχεται πλέον κάποια μεγάλη αύξηση κέρδους. Το πλήθος των εργατών, από τους οποίους προκύπτει η υπεραξία, μειώνεται συγκριτικά με τον μηχανισμό τον οποίο υπηρετεί. Τα πρόσφατα χρόνια, η βιομηχανική παραγωγή υπάρχει μόνον ως προϋπόθεση για το κέρδος, για την επέκταση της κυριαρχίας ατόμων και ομάδων πάνω στην ανθρώπινη εργασία. Η πείνα από μόνη της δεν είναι λόγος για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Το να παράγει κάποιος για να ικανοποιήσει επιτακτικές και άλυτες ανάγκες, για τις μάζες των ανέργων, θα αντέβαινε στους νόμους της οικονομίας όσο και της θρησκείας που στηρίζουν από κοινού την τάξη: ο μη εργαζόμενος μήδε εσθιέτω.
Στο απόσπασμα αυτό μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια ριζική απο-ηθικοποίηση των αναλύσεων με θέμα το φασιστικό φαινόμενο, απορρίπτοντας κάθε ερμηνεία που θέλει το φασιστικό φαινόμενο να είναι μια ιστορική εκτροπή, ψυχολογική παθολογία ή ένα θεωρητικό αίνιγμα που πρέπει δήθεν να αναζητήσουμε μια νέα οικονομική θεωρία για την περιγραφή του. Αντιθέτως, ο φασισμός πρέπει να περγραφτεί ως αυτό που πραγματικά είναι: η αναγκαία ιστορική έκβαση της ίδιας της φιλελεύθερης καπιταλιστικής ορθολογικότητας, η λογική ολοκλήρωση της.
Η ισότητα της ανταλλαγής, θεμελιώδης κατηγορία της αστικής πολιτικής οικονομίας, φαίνεται να είναι εγγενώς παραλογική, στο μέτρο που προϋποθέτει και αναπαράγει δομικές σχέσης ανισότητας, ιδιοκτησίας και εξουσίας. Ο «παραλογισμός» αυτός δεν είναι απόκλιση από την οικονομική λογική της νεωτερικότητας, αλλά η ίδια η λογική της εμπορευματικής κοινωνίας όταν φτάνει στα ιστορικά της όρια. Το ολοκληρωτικό καθεστώς είναι η πολιτική μορφή αυτού του δομικού παραλογισμού, η στιγμή όπου η καπιταλιστική ανταλλαγή παύει να να έχει τη δυνατότητα να συγκαλύπτει τις υλικές της αντιφάσεις, μέσω της μυστικοποίησης των σχέσεων του τρόπου της παραγωγής και μέσω της ιδεολογίας της ελευθερίας.
Η μετάβαση από τον φιλελευθερισμό στο ολοκληρωτικό φασιστικό κράτος δεν παρουσιάζεται στο κείμενο ως μια βίαιη διαδικασία. Αντίθετα είναι μια σχετικά ομαλή και «λογική» συνέχεια της ιστορικής τροχιάς του καπιταλισμού, μάλιστα λιγότερο τραυματική από προηγούμενες μεταβάσεις, όπως εκείνη από τον μερκαντιλισμό στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Το γεγονός αυτό αποδομεί κάθε είδους φιλελεύθερη αφήγηση που θέλει τον φασισμό να είναι μια εξωτερική απειλή: ο φασισμός αναδύεται από τις ίδιες τις εσωτερικές τάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Οι οικονομικές τάσεις που, υπό συνθήκες ανταγωνισμού, προωθούν τη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας μετατρέπονται διαλεκτικά σε δυνάμεις κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Η τεχνολογική πρόοδος —το καύχημα του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού— έχει μια κεντρική λειτουργία: είναι ένα υλικό όργανο αποσταθεροποίησης της ίδιας της κοινωνικής βάσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου, καθώς εκτοπίζει την εργασία από την παραγωγή και καθιστά μεγάλα τμήματα του πληθυσμού οικονομικά περιττά. Η αδυναμία των μαζών να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στο Κεφάλαιο αποκαλύπτει το θεμελιώδες όριο του συστήματος: η καπιταλιστική παραγωγή δεν στοχεύει στην ικανοποίηση αναγκών, αλλά στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Η κρίση της αγοράς εργασίας σηματοδοτεί την κατάρρευση του μηχανισμού κοινωνικής αναπαραγωγής που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο. Εκεί όπου άλλοτε η εργασία ήταν η μεσολάβηση για την κοινωνική ένταξη, τώρα μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό αποκλεισμού. Η αναπαραγωγή της κοινωνίας μέσω της μισθωτής εργασίας παύει να είναι λειτουργική, αποκαλύπτοντας ότι η ίδια η κοινωνική συνοχή ήταν πάντοτε δευτερεύουσα έναντι των αναγκών της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
Η ιστορική μετάβαση από μια αποκεντρωμένη αστική τάξη πολλών ιδιοκτητών σε ένα καθεστώς μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου μεταβάλλει ριζικά τη λειτουργία της παραγωγής. Στην πρώιμη φάση, η επέκταση της επιχείρησης συνδεόταν με την ανάγκη απασχόλησης περισσότερων εργατών, καθιστώντας την εργασία λειτουργικό μέσο ανταγωνισμού. Στη μονοπωλιακή φάση, όμως, η επένδυση νέων κεφαλαίων παύει να υπόσχεται ανάλογη αύξηση κερδών, ενώ η σχετική σημασία της ζωντανής εργασίας μειώνεται έναντι του τεχνικού μηχανισμού.
Η υπεραξία εξακολουθεί να παράγεται από την αφηρημένη εργασία, αλλά η ίδια η δομή της παραγωγής τείνει να περιορίζει το πλήθος των εργατών που την παράγουν, οξύνοντας τη βασική αντίφαση του καπιταλισμού: το σύστημα εξαρτάται από μια τάξη την οποία ταυτόχρονα καθιστά περιττή. Έτσι, η βιομηχανική παραγωγή επιβιώνει τώρα πια, όχι όπως προηγούμενα, δηλαδή ως κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά ως μια υποτελής λειτουργία της επέκτασης της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην ανθρώπινη εργασία.
Η θέση ότι η πείνα από μόνη της δεν αποτελεί κίνητρο για την παραγωγή αποκαλύπτει τον ριζικό αντικοινωνικό χαρακτήρα της λογικής του κεφαλαίου. Η παραγωγή δεν κινητοποιείται από τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, αλλά από τη δυνατότητα πραγματοποίησης κέρδους. Η ικανοποίηση επιτακτικών κοινωνικών αναγκών —όπως η επιβίωση των ανέργων— είναι οικονομικά και ιδεολογικά απαγορευμένη, επειδή θα αντέβαινε στους νόμους τόσο της αγοράς όσο και της ηθικο-θρησκευτικής πειθαρχίας που στηρίζει την ταξική τάξη πραγμάτων.
Το δόγμα «ο μη εργαζόμενος μήδε εσθιέτω» είναι ο ιδεολογικός μηχανισμός νομιμοποίησης της κοινωνικής βαρβαρότητας, μετατρέποντας την ιστορικά παραγόμενη ανεργία σε ηθικό έλλειμμα. Η οικονομική αναγκαιότητα και η θρησκευτική-ηθική πειθαρχία συμπλέκονται για να συγκροτήσουν ένα καθεστώς όπου η κοινωνική εξαθλίωση εμφανίζεται να είναι ένας φυσικός και δίκαιος νόμος.
Συνολικά, το απόσπασμα αρθρώνει μια αυστηρά υλιστική προσέγγιση του φασισμού, όπου είναι η πολιτική μορφή την περίοδο της κρίσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο φασισμός δεν προκύπτει από την κατάρρευση της οικονομικής λογικής, αλλά από την ίδια τη συνεπή εφαρμογή της, όταν οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις έχουν πλέον εξαντληθεί. Πρόκειται για τη στιγμή όπου ο καπιταλισμός, ανίκανος να αναπαράγει τις συνθήκες της ίδιας του της ύπαρξης, καταφεύγει στην άμεση πολιτική επιβολή της ταξικής κυριαρχίας, απογυμνωμένης από τις φιλελεύθερες και ανθρωπιστικές μάσκες του παρελθόντος.
Ακόμα και η βιτρίνα της οικονομίας της αγοράς προδίδει την χρεωκοπία της. Οι διαφημιστικές ταμπέλες σε όλες τις χώρες είναι τα λαμπρά της μνημεία. Τα μηνύματά τους είναι γελοία. Μιλάνε στους περαστικούς σε ένα ψεύτικα οικείο ιδίωμα, όπως μιλάνε κάποιοι ελαφρόμυαλοι ενήλικες στα παιδάκια και στα ζώα. Τα πλήθη, σαν τα παιδιά, ξεγελιούνται: πιστεύουν ότι σαν ανεξάρτητα υποκείμενα έχουν την ελευθερία να διαλέξουν ό,τι οι ίδιοι θέλουν. Αλλά η εκλογή τους είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό υπαγορευμένη. Εδώ και δεκαετίες υπάρχουν χιλιάδες καταναλωτικών προϊόντων που διαφέρουν μόνο στις ετικέτες τους. Η ποικιλία των διαφόρων ποιοτήτων που αφήνει έκθαμβο τον καταναλωτή υπάρχει μόνο στο χαρτί. Αν η διαφήμιση χαρακτήριζε πάντα τα faux frais της αστικής εμπορευματικής οικονομίας, παλαιότερα τουλάχιστον είχαν μια θετική λειτουργία ως μέσον για την αύξηση της ζήτησης. Σήμερα ο αγοραστής κολακεύεται με έναν ιδεολογικό τρόπο που δεν τον πολυπιστεύει. Έχει ήδη μάθει να ερηνεύει τη διαφήμιση προϊόντων από τις εμπορικές φίρμες ως εθνικά συνθήματα που δεν πρέπει κάποιος να τους εναντιώνεται. Η πειθαρχία στην οποία καλεί η διαφήμιση βρίσκει το αληθινό της πρόσωπο στις φασιστικές χώρες. Στις αφίσες οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τι πραγματικά είναι: στρατιώτες. Η διαφήμιση επαληθεύεται. Η αυστηρή κυβερνητική εντολή που σε απειλεί από κάθε τοίχο στη διάρκεια των εκλογών σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, αντιστοιχεί ακριβέστερα στη σύγχρονη οργάνωση της οικονομίας απ΄ό,τι οι μονότονα πολύχρωμοι φωτισμοί στα μεγάλα πολυκαταστήματα και στα κέντρα ψυχαγωγίας.
Το απόσπασμα περιγράφει τη διαφήμιση ως το ιδεολογικό υπερκαθορισμό της συνολικής χρεωκοπίας της εμπορευματικής κοινωνίας, ως το φαντασματικό περίβλημα μιας οικονομίας της αγοράς που έχει ήδη εξαντλήσει τις ιστορικές και κοινωνικές της προϋποθέσεις. Η «βιτρίνα» της αγοράς δεν συγκαλύπτει απλώς την κρίση της αλλά τη ομολογεί με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, μετατρέποντας τη δημόσια σφαίρα στον χώρο μιας μόνιμης προπαγανδιστικής επίδειξης της αποσύνθεσης του καπιταλιστικού ορθολογισμού.
Οι διαφημιστικές επιγραφές είναι τα λαμπρά μνημεία μιας κοινωνικής μορφής που έχει χάσει κάθε ουσιαστική νομιμοποίηση. Το γελοίο των μηνυμάτων τους σίγουρα δεν είναι ένα αισθητικό ατύχημα, αλλά το σύμπτωμα της αποσύνδεσης μεταξύ του Λόγου και της πραγματικής κοινωνικής εμπειρίας. Η ψευδο-οικειότητα της διαφημιστικής γλώσσας —ο παιδαριώδης, υποτιμητικός τόνος προς τα «πλήθη»— εκφράζει τη μετατροπή των μαζών σε άβουλα υποκείμενα, πειθαρχημένα στην κατανάλωση, των οποίων η αυτονομία έχει ήδη ακυρωθεί στο επίπεδο των υλικών όρων της ζωής.
Η φαινομενική ελευθερία επιλογής των εμπορευμάτων είναι η φετιχοποιημένη μορφή της υποκειμενικότητας. Το υποκείμενο της αγοράς φαντάζεται ότι δρα ως ένα ανεξάρτητος φορέας με δική του βούληση, ενώ στην πραγματικότητα οι επιλογές του προκαθορίζονται από τις δομές της καπιταλιστικής παραγωγής, της τυποποίησης και της μονοπωλιακής οργάνωσης της κατανάλωσης. Η «ποικιλία» των προϊόντων που έχει πρόσβαση το υποκείμενο δεν συνιστά ένα πραγματικό πλουραλισμό αξιών ή αξιών χρήσης, αλλά την επιφανειακή διαφοροποίηση ετικετών πάνω σε ουσιαστικά ταυτόσημα εμπορεύματα. Η ελευθερία περιορίζεται στην επιλογή ανάμεσα σε ισοδύναμες μορφές του ίδιου πράγματος, μετατρέποντας την ατομική βούληση του υποκειμένου σε απλή λειτουργία της κυκλοφορίας του κεφαλαίου.
Η ιστορική μετατόπιση της διαφήμισης από ένα εργαλείο διεύρυνσης της ζήτησης ενός εμπορεύματος σε ένα καθαρό ιδεολογικό μηχανισμό πειθάρχησης σηματοδοτεί μια κρίσιμη ιστορική στιγμή της μετάλλαξης του καπιταλισμού. Ενώ παλαιότερα η διαφήμιση μπορούσε να λειτουργεί ως ένα μέσο πραγματικής εμπορικής διεύρυνσης, σήμερα επιτελεί πρωτίστως μια συμβολική και πολιτική λειτουργία: δεν αποσκοπεί στο να πείσει τον καταναλωτή για την «αξία» του εμπορεύματος, αλλά στο να σταθεροποιήσει τη δομή υποταγής του στην καπιταλιστική ολότητα, να τον εκπαιδεύσει στην αποδοχή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.
Η εξοικείωση των μαζών με τη διαφήμιση όταν αυτή μετατρέπεται σε ένα «εθνικό σύνθημα» αποκαλύπτει την ολοκλήρωση της σύζευξης εμπορευματικής με την πολιτική προπαγάνδα. Οι εμπορικές φίρμες αποκτούν ένα συμβολικό χαρακτήρα και η κριτική προς αυτές μεταφράζεται σχεδόν σε μια πράξη κοινωνικής ή εθνικής προδοσίας της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας. Το εμπόρευμα μετατρέπεται σε φετιχιστικό τοτέμ μιας συλλογικής εθνικής λαϊκής ταυτότητας, συγκαλύπτοντας την ταξική του λειτουργία πίσω από μια φαντασιακή κοινότητα καταναλωτών.
Η κρίσιμη θέση ότι η αληθινή ουσία της διαφημιστικής πειθαρχίας αποκαλύπτεται στις φασιστικές χώρες συγκροτεί μια ριζική απομυθοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η διαφήμιση εμφανίζεται ως μια προ-φασιστική μορφή κοινωνικής ενσωμάτωσης, ως ήπια, αισθητικοποιημένη προετοιμασία για την άμεση πολιτική επιβολή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εκεί όπου στη φιλελεύθερη κοινωνία η πειθάρχηση συγκαλύπτεται από χρώματα, φώτα και υποσχέσεις για ηδονή και ευτυχία, στο ολοκληρωτικό καθεστώς απογυμνώνεται από κάθε διακοσμητική αυταπάτη και εμφανίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι: μια ωμή εντολή.
Οι υποτελείς αρχίζουν να καταλαβαίνουν τελικά τον πραγματικό τους ρόλο: όχι ως ελεύθεροι καταναλωτές, αλλά ως οι στρατιώτες μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε μόνιμη κινητοποίηση. Η εμπορευματική πειθαρχία και η στρατιωτική πειθαρχία αποδεικνύονται δομικά συγγενείς, καθώς και οι δύο οργανώνουν τα υποκείμενα με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι οι εκτελεστές της κερδοφορίας και της κρατικής εξουσίας αντίστοιχα.
Η σύγκριση που γίνεται μεταξύ των φασιστικών προεκλογικών αφισών και των πολύχρωμων βιτρινών των πολυκαταστημάτων ολοκληρώνει τους στοχασμούς μιας αρνητική διαλεκτική της εμπορευματικής αισθητικής. Οι φωτισμένες προσόψεις της κατανάλωσης δεν είναι το αντίθετο της αυταρχικής πολιτικής. Αντιθέτως, είναι η εξωραϊσμένη παραλλαγή της ίδιας λογικής οργάνωσης. Το ολοκληρωτικό καθεστώς δεν είναι η άρνηση της σύγχρονης οικονομίας, αλλά η πιο ειλικρινής και αδιαμεσολάβητη μορφή της.
Συνολικά, το απόσπασμα συγκροτεί μια υλιστική κριτική της κουλτούρας της κατανάλωσης που μετατρέπεται σε ένα ιδεολογικό προθαλάμο του ολοκληρωτισμού. Πράγματα που συναντά κανείς και στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού λίγα χρόνια μετά την δημοσίευση αυτού του κειμένου. Η διαφήμιση είναι ένας μηχανισμός κοινωνικής υποταγής, παραγωγής πειθαρχημένων υποκειμένων και αισθητικοποίησης της κυριαρχίας. Εκεί όπου η αγορά υπόσχεται ελευθερία, παράγει τυποποίηση, χειραγώγηση και προετοιμασία για την άμεση πολιτική κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους.
Τα οικονομικά προγράμματα των καλοπροαίρετων Ευρωπαίων πολιτικών, και όλου του πλήθους των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούν, είναι απατηλά. Στο τελευταίο στάδιο του φιλελευθερισμού, θέλουν να αντισταθμίσουν με κυβερνητικά διατάγματα την αδυναμία της διαλυόμενης οικονομίας της αγοράς να θρέψει τον κόσμο. Μαζί με τους οικονομικά ισχυρούς προσπαθούν να ενθαρρύνουν την οικονομία να παράσχει σε όλους τα προς το ζήν. ξεχνούν όμως ότι η απροθυμία για νέες επενδύσεις δεν οφείλεται σε στιγμιαίο καπρίτσιο. Οι βιομήχανοι δεν έχουν καμία όρεξη να λειτουργούν τα εργοστάσιά τους μόνο και μόνο για να βοηθούν, μεσ΄από τους φόρους που θα αναγκάζονταν να πληρώνουν σε μια αμερόληπτη κυβέρνηση, χρεωκοπημένους αγρότες, άνεργους και άλλα αναξιοπαθούντα στρώματα. Για την τάξη τους μια τέτοια διαδικασία δεν αξίζει τον κόπο. Όσοι φιλοκυβερνητικοί οικονομολόγοι και αν κατηχούν τους επιχειρηματίες πως είναι προς το δικό τους συμφέρον, οι ισχυροί γνωρίζουν καλύτερα τα συμφέροντά τους και έχουν υψηλότερες φιλοδοξίες από μια μεταβατική συγκυρία με απεργίες και οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει την προλεταριακή πάλη των τάξεων. Οι πολιτικοί οι οποίοι, κατόπιν τούτων, εξακολουθούν να επιδιώκουν έναν φιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, παρανοούν θεμελιωδώς τον χαρακτήρα του φιλελευθερισμού. Μπορεί να διαθέτουν αξιοζήλευτη παιδεία και να περιστοιχίζονται από ειδικούς, οι προσπάθειές τους όμως είναι βλακώδεις: ζητούν να καθυποτάξουν στο γενικό πληθυσμό την τάξη εκείνη τής οποίας τα ιδιαίτερα συμφέροντα από τη φύση τους αντιμάχονται τα γενικά συμφέροντα.
Το απόσπασμα αυτό διατυπώνει με ένα τρόπο, μια ριζική αποδόμηση των κεϋνσιανών, σοσιαλφιλελεύθερων και τεχνοκρατικών αυταπατών περί δυνατότητας εξανθρωπισμού του καπιταλισμού στο ύστερο στάδιό του. Τα οικονομικά προγράμματα των «καλοπροαίρετων» Ευρωπαίων αστών πολιτικών ειναι οι ιδεολογικές φενάκες μιας ήδη διαλυόμενης αγοράς, οι απεγνωσμένες προσπάθειες μιας διοικητικής αναστολής των αντικειμενικών αντιφάσεων της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.
Η προσπάθεια αντιστάθμισης της αποτυχίας της αγοράς μέσω κυβερνητικών διαταγμάτων δεν συνιστά υπέρβαση της λογικής του Κεφαλαίου, αλλά την τελευταία του άμυνα. Το κράτος επιχειρεί να αναλάβει τον ρόλο του τεχνητού ρυθμιστή της κοινωνικής αναπαραγωγής, όχι φυσικά για να καταργήσει τις σχέσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αλλά για να διασώσει τη δυνατότητα της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε συνθήκες όπου η αγορά αδυνατεί πλέον να εξασφαλίσει μια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή.
Ωστόσο, το απόσπασμα υπογραμμίζει ότι η κρίση δεν είναι αποτέλεσμα της στιγμιαίας «έλλειψης εμπιστοσύνης» ή της συγκυριακής επενδυτικής αδράνειας, αλλά έκφραση της βαθύτερης δομικής κορεσμένης συσσώρευσης. Η απροθυμία των βιομηχάνων για νέες επενδύσεις δεν πηγάζει από κάποιου είδους ψυχολογική ιδιοτροπία, αλλά από την πτώση της αναμενόμενης κερδοφορίας, από το γεγονός ότι η επέκταση του παραγωγικού κεφαλαίου δεν υπόσχεται πλέον επαρκή πραγματοποίηση – απόσπαση υπεραξίας.
Η ωμή διατύπωση ότι οι καπιταλιστές δεν προτίθενται να λειτουργούν τα εργοστάσιά τους για να συντηρούν, μέσω φορολογίας, τους αγρότες, τους ανέργους και τα «αναξιοπαθούντα στρώματα» (περιττούς πληθυσμούς) αποκαλύπτει μια βασική πλευρά της ταξικής φύσης της καπιταλιστικής παραγωγής: η παραγωγή δεν στοχεύει στην ικανοποίηση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών, αλλά στην αυτο-αξιοποίηση του κεφαλαίου. Όταν η κοινωνική αναπαραγωγή έρχεται σε σύγκρουση με την κερδοφορία, το κεφάλαιο επιλέγει τη συσσώρευση του αντί της επιβίωσης των μαζών.
Η θέση ότι «για την τάξη τους μια τέτοια διαδικασία δεν αξίζει τον κόπο» συμπυκνώνει την ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ του ατομικού καπιταλιστικού συμφέροντος και του γενικού κοινωνικού συμφέροντος. Το «γενικό καλό» είναι δομικά ασύμβατο με τη λογική της ιδιωτικής ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων της παραγωγής. Το κράτος, ακόμη και στην πιο κοινωνικά προσανατολισμένη του εκδοχή, δεν μπορεί να υπερβεί αυτή την αντίφαση χωρίς να ακυρώσει τις ίδιες τις βάσεις της καπιταλιστικής τάξης.
Η ειρωνική αναφορά στους φιλοκυβερνητικούς οικονομολόγους που προσπαθούν να «κατηχήσουν» τους επιχειρηματίες αποκαλύπτει τον ιδεολογικό χαρακτήρα της αστικής οικονομικής επιστήμης. Οι τεχνοκράτες και οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν με τρόπο που γίνονται διαμεσολαβητές της ταξικής εξουσίας, επιχειρώντας να παρουσιάσουν τα ειδικά συμφέροντα του κεφαλαίου, ότι είναι πραγματικά ορθολογικά, καθολικά και μακροπρόθεσμα ωφέλιμα. Όμως οι ίδιοι οι ισχυροί γνωρίζουν καλύτερα ότι τα πραγματικά τους συμφέροντα δεν ταυτίζονται με την ιδέα της σταθερότητας της κοινωνίας, αλλά μόνο με τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους.
Η διατύπωση ότι οι καπιταλιστές έχουν «υψηλότερες φιλοδοξίες» από μια μεταβατική περίοδο κοινωνικών παραχωρήσεων υποδηλώνει ότι η αστική τάξη προτιμά την όξυνση της ταξικής σύγκρουσης από τη συρρίκνωση της εξουσίας της. Οι απεργίες, η ταξική πάλη και η κοινωνική, πολιτική αστάθεια δεν είναι αποτρεπτικοί παράγοντες για το κεφάλαιο, εφόσον η εναλλακτική είναι η απώλεια της κυριαρχίας του επί του κόσμου της εργασίας.
Η τελική κριτική προς τους πολιτικούς που επιδιώκουν έναν «φιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» συγκροτεί μια ριζική απομυθοποίηση της σοσιαλδημοκρατικής φαντασίωσης. Η πεποίθηση ότι είναι δυνατό να εξαναγκαστεί η αστική τάξη να υπηρετήσει το γενικό συμφέρον είναι μια πυρηνικά θεμελιώδης θεωρητική πλάνη, είναι σε τελική ανάλυση, η άρνηση της υλικής πραγματικότητας της ταξικής κυριαρχίας που επιβάλει το Κεφάλαιο.
Το απόσπασμα υπογραμμίζει ότι οι πολιτικοί αυτοί, όσο καλλιεργημένοι ή «ειδικοί» κι αν είναι, παρανοούν τον ίδιο τον χαρακτήρα του φιλελευθερισμού: ο φιλελευθερισμός με τη σειρά του, δεν αποτελεί ένα ηθικό πρόγραμμα, αλλά μια μορφή που παίρνει σε μια συγκεκριμένη περίοδο η ταξική εξουσία. Το να ζητείται από την τάξη της οποίας τα συμφέροντα είναι εγγενώς αντικρουόμενα προς το συλλογικό καλό να υπηρετήσει το γενικό συμφέρον ισοδυναμεί με λογική αυτοαναίρεση της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας.
Συνολικά, το απόσπασμα αρθρώνει μια υλιστική κριτική της κρατικής διαχείρισης της κρίσης ως ιδεολογικού μηχανισμού παράτασης της ζωής του κεφαλαίου. Η αποτυχία των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα της πολιτικής βούλησης, αλλά η αναγκαία συνέπεια της ταξικής δομής της κοινωνίας. Το κράτος δεν μπορεί να εξαναγκάσει το κεφάλαιο να υπηρετήσει την κοινωνία χωρίς να καταργήσει την ίδια τη βάση της καπιταλιστικής κυριαρχίας — και όσο αυτό δεν συμβαίνει, κάθε «ουμανιστικός φιλελευθερισμός» παραμένει ιδεολογική απάτη και πολιτική αδυναμία.
Οι σχέσεις παραγωγής επικρατούν εις πείσμα των ανθρωπιστικών κυβερνήσεων. Η πρωτοπορία των επιχειρηματικών ενώσεων οικοδομεί τώρα έναν νέο μηχανισμό και οι οπαδοί της παίρνουν στα χέρια τους ολόκληρη της κοινωνική τάξη. ο επιμέρους έλεγχος σε συγκεκριμένα εργοστάσια δίνει τη θέση του στην ολοκληρωτική κυριαρχία των επιμέρους συμφερόντων στο σύνολο τού λαού. Τα άτομα υποτάσσονται σε μια νέα πειθαρχία η οποία απειλεί τα θεμέλια της κοινωνικής οργάνωσης. Ο μετασχηματισμός του εξαθλιωμένου ατόμου που αναζητούσε εργασία τον δέκατο ένατο αιώνα σε ενεργό μέλος μιας φασιστικής οργάνωσης θυμίζει την ιστορική σημασία της μεταμόρφωσης του μεσαιωνικού ανεξάρτητου τεχνίτη σε προτεστάντη αστό της Μεταρρύθμισης ή του φτωχού Άγγλου αγρότη σε σύγχρονο βιομηχανικό εργάτη. Εν όψει ενός τόσο ριζικού κλονισμού των κοινωνικών θεμελίων, οι πολιτικοί που επιδιώκουν μια μετριοπαθή πρόοδο εμφανίζονται σχεδόν αντιδραστικοί.
Η αγορά εργασίας αντικαθίσταται από την καταναγκαστική εργασία. Αν μέσα στις τελευταίες δεκαετίες οι άνθρωποι έγιναν από υποκείμενα συμβαλλόμενα σε σχέσεις ανταλλαγής ζητιάνοι και αντικείμενα της κοινωνικής πρόνοιας, τώρα γίνονται άμεσα αντικείμενα κυριαρχίας. Στην προφασιστική περίοδο ο άεργος απειλούσε την κοινωνική τάξη. Η μετάβαση σε μια οικονομία που θα ενοποιούσε τα διαχωρισμένα στοιχεία, που θα παρέδιδε στους ανθρώπους τον αδρανή μηχανισμό και τον ανώφελα συσσωρευμένο πλούτο, έμοιαζε αναπόφευκτη στη Γερμανία, και ο παγκόσμιος κίνδυνος του σοσιαλισμού φαινόταν σοβαρός. Οποιοσδήποτε είχε δυνατότητα λόγου στη Δημοκρατία, συστρατευόταν με τους εχθρούς του σοσιαλισμού. Η διακυβέρνηση στηριζόταν στις κοινωνικές παροχές, στους πρώην αποικιακούς υπαλλήλους και σε αντιδραστικούς αξιωματούχους. Τα συνδικάτα μεταμορφώθηκαν πρόθυμα από όργανα της ταξικής πάλης σε υπαλλήλους του κράτους οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διανομή της κυβερνητικής ελεημοσύνης, ενσταλάζουν πνεύμα νομιμοφροσύνης στους αποδέκτες και συμμετέχουν στον κοινωνικό έλεγχο. Μια τέτοια βοήθεια, ωστόσο, στα μάτια των ισχυρών ήταν ύποπτη. Από τη στιγμή που το γερμανικό κεφάλαιο υιοθέτησε ιμπεριαλιστική πολιτική, ξεφορτώθηκε την εργατική γραφειοκρατία, πολιτικούς και συνδικάτα, που το είχαν στηρίξει. Παρά τις ειλικρινώς έντιμες προθέσεις τους, οι γραφειοκράτες αυτοί δεν μπορούσαν να αρθούν στο ύψος των νέων καταστάσεων. Οι μάζες δεν κινητοποιήθηκαν για τη βελτίωση των βιοτικών τους συνθηκών, ούτε για ψωμί, αλλά για να υπακούνε –τέτοιο είναι το έργο του φασιστικού μηχανισμού. Η διακυβέρνηση αποκτά εδώ νέο νόημα. Αντί για υπάλληλους ρουτίνας, χρειάζονται οργανωτές με φαντασία και ανελέητους επόπτες. πρέπει να απομακρυνθούν για τα καλά από τη σαγήνη ιδεολογιών της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς [Gefolgschaften].
Το απόσπασμα συγκροτεί μια διαλεκτική διάγνωση της μετάβασης από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό στον φασισμό. Μια μετάβαση που είναι εσωτερική, αναγκαία και νομοτελειακή εξέλιξη των ίδιων των σχέσεων παραγωγής — είναι η συνεπής ολοκλήρωση της λογικής της καπιταλιστικής συσσώρευσης κάτω από συνθήκες κρίσης.
Η φαινομενική αποτυχία των «ουμανιστικών κυβερνήσεων» δεν περιγράφει στην ουσία ένα πολιτικό ατύχημα αλλά μια δομική αδυναμία: οι σχέσεις παραγωγής επιβάλλονται ανεξάρτητα από τις προθέσεις των διαχειριστών τους. Το κράτος — όπως έχει δείξει και ο Μαρξ — δεν λειτουργεί με τρόπο τέτοιο ώστε να είναι ένας ουδέτερος ρυθμιστής της κοινωνικής ειρήνης αλλά ως το μονοπώλιο της βίας της κυρίαρχης τάξης, το εκτελεστικό όργανο της αναπαραγωγής της ταξικής κυριαρχίας, ακόμη και όταν αυτό υιοθετεί ρητορικές κοινωνικής μέριμνας.
Η κρίσιμη τομή έγκειται στη μετάβαση από τη συμβολαιοποιημένη υποταγή της εργασίας (αγορά εργασίας, ανταλλαγή εργατικής δύναμης) στην άμεση πολιτικοποιημένη κυριαρχία πάνω στα σώματα και στις μάζες. Όταν η αγορά αδυνατεί πλέον να ενσωματώσει το πλεονάζον εργατικό δυναμικό, η αναπαραγωγή της κοινωνίας δεν μπορεί να βασιστεί στη μορφή του ελεύθερου εργαζόμενου· η κοινωνική ένταξη μετασχηματίζεται σε πειθαρχική ένταξη, και η εργασία μετατρέπεται από εμπόρευμα σε καταναγκαστικό μηχανισμό πολιτικής υποταγής.
Η ιστορική αναλογία που αναπτύσσεται —μεταμόρφωση τεχνίτη σε αστό, αγρότη σε εργάτη, άνεργου σε φασιστικό οπαδό— υπογραμμίζει ότι πρόκειται για την ανθρωπολογική αναδιάρθρωση της υποκειμενικότητας. Δεν αλλάζουν απλώς οι θεσμοί, αλλά ανασχηματίζεται ο ίδιος ο τύπος ανθρώπου που απαιτεί η εκάστοτε φάση της καπιταλιστικής οργάνωσης. Ο φασισμός δεν παράγει απλώς πειθαρχία, παράγει ένα νέο υποκείμενο, του οποίου η πρωταρχική λειτουργία δεν είναι η εργασία ή η κατανάλωση, αλλά η υπακοή στο καθεστώς.
Η προφασιστική κοινωνική πολιτική, όπως οι κοινωνικές παροχές, η συνδικαλιστική ενσωμάτωση, η κρατική μεσολάβηση κοκ, παίζει τον ρόλο ενός μεταβατικού μηχανισμού εξημέρωσης της ταξικής σύγκρουσης. Όμως η ίδια αυτή πολιτική εκλαμβάνεται από το κεφάλαιο ως ιδιαίτερα επικίνδυνη, επειδή διατηρεί ακόμα ένα ίχνος κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Όταν το κεφάλαιο μετατοπίζεται προς μια ιμπεριαλιστική, επεκτατική και επιθετική στρατηγική, αποβάλλει αυτές τις μορφές μεσολάβησης και επιδιώκει άμεση, απροκάλυπτη, αυταρχική διοίκηση των υποτελών.
Η μετάλλαξη των συνδικάτων σε μηχανισμούς κοινωνικής διαχείρισης αντί να είναι όργανα της ταξικής πάλης αναδεικνύει τον εκφυλισμό της εργατικής εκπροσώπησης σε τεχνοκρατική διαχείριση της φτώχειας. Το προλεταριάτο παύει να συγκροτείται σε δυνητικό επαναστατικό υποκείμενο και μετατρέπεται αρχικά σε δέκτη επιδομάτων και τελικά σε πειθαρχημένο κοπάδι οπαδών.
Η φράση ότι οι μάζες κινητοποιούνται «όχι για ψωμί, αλλά για να υπακούουν» συμπυκνώνει τη βασική θέση: ο φασισμός είναι ένας μηχανισμός που μετατρέπει την κοινωνικη εξαθλίωση σε πολιτική αφοσίωση. Εκεί όπου ο καπιταλισμός αδυνατεί να προσφέρει υλική ένταξη, προσφέρει συμβολική ένταξη μέσω της εξουσίας, της ταύτισης και της πειθαρχίας.
Στο επίπεδο της κεντρικής κρατικής λειτουργίας, η διακυβέρνηση μετασχηματίζεται από διοίκηση διαδικασιών σε στρατηγική οργάνωσης ελέγχου των πληθυσμών. Η φιλελεύθερη ιδεολογία της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας απορρίπτεται όχι επειδή αποδείχθηκε ψευδής, αλλά επειδή παύει να είναι λειτουργική για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τη θέση της καταλαμβάνει μια τεχνολογία της εξουσίας που απαιτεί φαντασία, επιτήρηση, καταναγκασμό και συνεχή πολιτική σκηνοθεσία της υπακοής.
Συνολικά, το κείμενο συγκροτεί μια ριζοσπαστικά αντι-ηθικολογική θεωρία πάνω στο ζήτημα του φασισμού: δεν τον αναλύει με τρόπο που αφήνει υπενιγμούς ότι είναι αποτέλεσμα της λαϊκής πλάνης ή μιας πολιτικής της διαφθοράς, αλλά κάνει σαφές ότι είναι αναγκαίο ιστορικό προϊόν της κρίσης της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Ο φασισμός παρουσιάζει τον εαυτό του ως την μοναδική λύση για την άρχουσα τάξη σχετικά με το πρόβλημα της πλεονάζουσας ανθρωπότητας. Ένας μηχανισμός μετατροπής των αποκλεισμένων από την οικονομία σε υποταγμένα πολιτικά υποκείμενα.