Μέσα σε τούτη την κοινωνία, ο ατομικισμός έχει λεηλατήσει κάθε δυνατότητα ή διάθεση του ατόμου για κριτική αντιπαράθεση με τον παραλογισμό του συστήματος εξουσίας και για μια αληθινή απελευθέρωση της ύπαρξής του· η δυσαρμονία ανάμεσα στο επί μέρους, το ατομικό, και το καθολικό, το οικουμενικό, το συμπαντικό έχει παραλύσει κάθε είδους διυποκειμενική δραστηριότητα· ο απόλυτος φετιχισμός της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας απονεκρώνει, χωρίς την παραμικρή αντί-σταση, κάθε ζωντανό κύτταρο των ενεργών ακόμα μορφών ζωής
Theodor W Adorno – Minima Moralia
Εισαγωγικό κείμενο στην συζήτηση για τα 10 χρόνια του Shades Magazine που πραγματοποιήθηκε στις 7 Δεκέμβρη 2025
Το Shades Magazine συμπλήρωσε φέτος δέκα χρόνια διαρκούς και ανυποχώρητης παρουσίας μέσα σε ένα τοπίο πολιτικής και θεωρητικής αποσύνθεσης. Δέκα χρόνια που, παρά τις πιέσεις της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, κατάφεραν να ανοίξουν ρωγμές και ερωτήματα: πάνω από δέκα μεγάλες συναντήσεις σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, πολυήμερες διαδικασίες, πλήθος ομάδων μελέτης σε ποικίλες θεματικές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η ομάδα μελέτης του Κεφαλαίου του Μαρξ και, φυσικά, η κεντρική ομάδα μελέτης για τον αντισημιτισμό — μια από τις λίγες, αν όχι η μοναδική στον ελλαδικό χώρο, που αντιμετώπισε το ζήτημα με συστηματικότητα, υλιστική μεθοδολογία και πραγματική θεωρητική τομή κόντρα στην υπάρχουσα αριστερή εθνοαντιιμπεριαλιστκή αφήγηση.
Παράλληλα με τις ομάδες μελέτης, το Shades διοργάνωσε εκδηλώσεις που συχνά ξεπέρασαν τον στενό διαδικτυακό χώρο. Η βραδιά με θέμα το Ολοκαύτωμα στον σοβιετικό κινηματογράφο το 2020 στην Αθήνα [1], σε συνεργασία με τον φίλο Δημήτρη Γουλή, ήταν μόνο μία από τις πολλές στιγμές όπου το εγχείρημα συναντήθηκε με κόσμο που διψούσε για σοβαρή συζήτηση. Από τότε έως σήμερα, δεκάδες άλλες εκδηλώσεις άνοιξαν τα ζητήματα του κομμουνισμού, της κουλτούρας, του αντισημιτισμού, της κρίσης, της πολιτικής και υλικής της μορφής.
Το Shades υπήρξε επίσης το μοναδικό εγχείρημα του ανταγωνιστικού κινήματος που κάθε χρόνο διοργανώνει συζήτηση με αφορμή την 27η Ιανουαρίου, την επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό. Το έκανε αυτό σταθερά, την ίδια στιγμή που μεγάλο μέρος της ελληνικής αριστεράς επέλεγε —και επιλέγει— να σχετικοποιεί, να απονευρώνει ή ακόμη και να εργαλειοποιεί το Ολοκαύτωμα, όπως είδαμε χαρακτηριστικά στις 27 Ιανουαρίου 2024, λίγους μόλις μήνες μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023.
Στα χρόνια που πέρασαν, το Shades λειτούργησε ως τόπος συνάντησης για εκατοντάδες ανθρώπους και ως εργαστήριο συλλογικής επεξεργασίας. Κουβάλησε εντάσεις, αντιφάσεις, ακόμα και ρήξεις — αλλά αυτό δεν αποτελεί παρέκκλιση. Αντιθέτως, είναι η ίδια η αντανάκλαση της βαθιάς κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο ψάχνει ακόμη να επαναπροσδιορίσει τη θεωρητική και πολιτική του αυτοσυνειδησία μέσα στην εποχή της καθολικής καπιταλιστικής κρίσης.
Τώρα, δέκα χρόνια αργότερα, η ανάγκη για αποτίμηση δεν είναι τυπική· είναι ουσιαστική. Όχι για να «κλείσει ένας κύκλος», αλλά για να ενσωματωθεί διαλεκτικά η εμπειρία μας στις αντικειμενικές διαδικασίες που οξύνονται: την εντεινόμενη επίθεση του κεφαλαίου σε κάθε σφαίρα της ζωής και την αποδιάρθρωση των συλλογικών μορφών αγώνα. Στόχος μας δεν είναι η ανακύκλωση της θεωρητικής αυτάρεσκειας, αλλά η διαμόρφωση των όρων για ένα νέο οργανωτικό εγχείρημα αναζήτησης και δράσης μέσα στις σημερινές συνθήκες. Ένα εγχείρημα που θα ερευνά συστηματικά όλες τις ιστορικές τάσεις του εργατικού κινήματος, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μυθολογίες, αλλά ούτε και σε έναν μεταμοντέρνο σκεπτικισμό χωρίς κατεύθυνση.
Και εδώ αναδύεται το καίριο ερώτημα: τι ήταν αυτό που το 2015 ώθησε τον αρχικό πυρήνα του Shades να πάρει θέση μέσα στη δημόσια σφαίρα; Ποια ήταν η ώθηση —θεωρητική, πολιτική, αλλά και υπαρξιακή— που γέννησε αυτό το εγχείρημα; Τι αναγνωρίσαμε τότε στη συγκυρία, και τι αναγνωρίζουμε τώρα, δέκα χρόνια μετά;
Αυτά τα ερωτήματα είναι ο φυσικός τόπος για να ξεκινήσει η συζήτηση.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι Μέσα στη δίνη της κρίσης του ιστορικού εργατικού κινήματος, οι πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς, στο όνομα της «κοινωνικής χειραφέτησης», εγκατέλειψαν μια δομημένη κριτική του Κεφαλαίου ως μιας σχέσης που διαμεσολαβεί κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Εγκατέλειψαν επίσης κάθε συζήτηση για αντικειμενικές ρήξεις στην ίδια την παραγωγή και, αντί αυτού, βάφτισαν ως νέο «επαναστατικό υποκείμενο» εθνικιστικά κινήματα, ισλαμιστές και κάθε λογής «εθνικοαπελευθερωτικά» μορφώματα, άμεσα συνδεδεμένα με άλλους (πέρα από τους δυτικούς) πόλους της καπιταλιστικής κυριαρχίας· αυτούς που ονομάζουν «αντιιμπεριαλιστικό άξονα της αντίστασης». Από κοντά σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκαν και διάφορα ακαδημαϊκά ιδεολογήματα. Αυτό έγινε ακόμα πιο ορατό, μετά την σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023, αλλά και πιο πριν μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι οι διάφοροι απολογητές της «δυτικής αστικής δημοκρατίας», εκείνοι που μας καλούν να συρθούμε πίσω από τα συμφέροντά της αστικής μας τάξης ως δήθεν μονόδρομο απέναντι στα συμφέροντα των αστικών τάξεων της Ανατολής. Έτσι, μέσα από αυτό το εκβιαστικό δίλημμα που αναδύεται αντικειμενικά με την κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, αυτός ο πόλος ενισχύεται συνεχώς. Σε αυτό συμβάλει η πρώτη όψη του νομίσματος: αυτών που στο όνομα της κομμουνιστικής υπόθεσης στηρίζουν καθεστώτα όπως το Ιράν και η Ρωσία, ή ισλαμιστικά κινήματα όπως η ΧΑΜΑΣ. Πρόκειται για έναν πόλο που συσπειρώνει όσους, στο όνομα της υπεράσπισης της «αστικής δημοκρατίας», μας καλούν να εγκαταλείψουμε την κομμουνιστική στρατηγική. Και όσο περνά ο χρόνος, τόσο περισσότερο αυτός ο χώρος μετατρέπεται σε ένα φανατικό βίαιο αντικομμουνιστικό υποκείμενο υπεράσπισης της αστικής εξουσίας και της καπιταλιστικής κανονικότητας, αδυνατόντας να δει τον κόσμο του κεφαλαίου ως ενιαίο κόσμο ιδεολογικά, καθώς και κατακερματισμένο υλικά. Αυτός ο πόλος εργαλειοποιεί το ζήτημα του αντισημιτισμού για να περάσει στην πραγματικότητα μια εθνικιστική ατζέντα. Με την μάσκα του φιλελεύθερου και στο όνομα της «ελευθερίας», συναντιέται με κομμάτια της νέας ακροδεξιάς. Αυτά είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν το εγχείρημα και τις συζητήσεις του στο μέλλον.
Η σημερινή ιστορική φάση του νεωτερικού πολιτισμού χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη κρίση του ίδιου του συστήματος της κυκλοφορίας της αξίας, η οποία βαθαίνει τον ατομικισμό και τον μετατρέπει σε μηχανισμό λεηλασίας κάθε δυνατότητας για ουσιαστική κριτική πράξη. Η παρακμή της Αριστεράς δεν είναι ένα «συμβάν», αλλά μια δομική εκδήλωση της ήττας του ιστορικού εργατικού κινήματος και της πλήρους ενσωμάτωσής του στη λογική του αστικού κράτους-κεφαλαίου. Η «συλλογική αυταρχική προσωπικότητα» που αναδύθηκε στο εσωτερικό του κινήματος, ο φετιχισμός της βίας, οι μικρογραφίες κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών, ο μιμητισμός της κυρίαρχης ιδεολογίας, δεν είναι παρά το είδωλο της ίδιας της κοινωνικής ολότητας. Οι νέες μορφές πολιτικής «κινητικότητας» που παράγονται μέσα από τα social media δεν αποτελούν εκδηλώσεις πραγματικής δράσης, αλλά έναν επιπλέον μηχανισμό αναπαραγωγής της παθητικότητας, της μοναξιάς και της ακραίας αποπολιτικοποίησης του συλλογικού. Αυτή η πραγματικότητα τροφοδοτεί και την νέα ακροδεξιά που αναδύθηκε μέσα από τα συντρίμια του ιστορικού φασισμού.
Σε αυτή την φάση της καπιταλιστκής κοινωνίας, η εργαλειακή λογική και η πραγμοποίηση έχουν διαβρώσει τη δυνατότητα του υποκειμένου να υπερβεί τα όρια που του θέτει η εμπορευματική κοινωνία. Η νεωτερική υπόσχεση της «κοινωνίας των πολιτών» αποδεικνύεται ιστορικά μια κάλπικη μεταμφίεση της κυριαρχίας· η κυριαρχία πάνω στη φύση συνιστά την ιδεολογική μήτρα της κυριαρχίας πάνω στον άνθρωπο [2]. Η έκλειψη του Λόγου [3], του Λόγου ως δυνατότητας άρσης της καπιταλιστικής ολότητας, δεν είναι απόκλιση αλλά ουσία της αστικής νεωτερικότητας. Το σπέρμα της βαρβαρότητας δεν βρίσκεται έξω από τον Διαφωτισμό αλλά εντός του: η λογική που εξορθολογίζει τον κόσμο ως αντικείμενο διαχείρισης είναι η ίδια που, στην ακραία της μορφή, στέκει πίσω από την τεχνοκρατική οργάνωση της βιομηχανικής μονάδας θανάτου που αποτέλεσε το Άουσβιτς. (διαλεκτική προόδου – αντιπροόδου)
Η ελευθερία δεν μπορεί να πραγματωθεί στο εσωτερικό της καπιταλιστικής μορφής· γι’ αυτό και κάθε σημερινή επαναστατική προοπτική μπορεί να υπάρξει μόνο ως άρνηση του καπιταλιστικού υπάρχοντος. Κι όμως, όσο το κεφάλαιο εντείνει την επίθεσή του, τόσο βαθύτερα διαμορφώνονται οι αντιφάσεις που το υποσκάπτουν. Οι διαλεκτικές ρωγμές, εκεί όπου η κανονικότητα του πολιτισμού της αξίας συναντά τα όρια της αναπαραγωγής της, παραμένουν δυνατότητες ανοιχτές, εφόσον υπάρξει η θεωρητική και πρακτική βούληση να αναγνωριστούν. Το μέλλον μιας πραγματικής σύγκρουσης με κομμουνιστικό προσανατολισμό δεν βρίσκεται στην αναμονή, αλλά στη δυνατότητα να ξαναστηθεί η κριτική ως υλική δύναμη ικανή να συγκροτήσει το καθολικό αρνητικό απέναντι στην καπιταλιστική ολότητα.´
Χρειάστηκε αρκετός χρόνος, αυτοκριτική σκέψη και αναστοχασμός για να μπορέσουμε να φτάσουμε ως εδώ. Η περίοδος της πανδημίας και του εγκλεισμού, η διεύρυνση των μηχανισμών του αυταρχικού κράτους-ελέγχου και οι εκρηκτικές αλλαγές που συντελούνται σήμερα στον καπιταλιστικό κόσμο, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν άφησαν αλώβητο ετούτο εδώ το εγχείρημα. Γιατί, όπως συμβαίνει σε κάθε ζωντανό οργανισμό, έτσι και η δική μας θεωρητική προσπάθεια είναι συνυφασμένη κατά έναν άρρηκτο τρόπο με αυτές τις αλλαγές που συντελούνται σήμερα στην κοινωνία. Οι εξελίξεις στην καθημερινή ζωή τρέχουν με απίστευτα γρήγορο ρυθμό. Η αποξένωση, ο ατομικισμός και η εκμηδένιση οποιασδήποτε κοινωνικής δραστηριότητας βρίσκεται έστω και λίγο έξω από τα ιερά και τα όσια της καπιταλιστικής ολότηττας, μας παρασύρει όλο και πιο πολύ στη μοιρολατρία, αυτή τη νέα θρησκεία της νεωτερικότητας. Η αδυναμία –αν όχι η απουσία– οποιασδήποτε αναζήτησης πάνω σε ζητήματα Θεωρίας-Οργάνωσης-Πράξης εντείνει αυτή την λεηλασία σε βάρος κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που φέρνει μαζί της η νέα καπιταλιστική αναδιάρθρωση απειλεί την φυσική ύπαρξη των πολλών. Η σκέψη και μόνο ότι μετά από τον πόλεμο στην Ουκρανία η ζωή μπορεί να συνεχιστεί «ομαλά» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με όλα αυτά να αποτελούν βασικούς άξονες που φέρει η δυσμενής σημερινή συνθήκη ροπής προς την κλιμάκωση της βαρβαρότητας μια έννοια συνιφασμένης με τον πολιτισμό [4].
Ζούμε λοιπόν σε μια ιστορική συγκυρία όπου η ριζοσπαστική κριτική έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον δημόσιο ορίζοντα, η δράση έχει υποχωρήσει και το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Η εποχή χαρακτηρίζεται από την πολιτική αποσύνθεση, από την κυριαρχία ιδεολογικών ευκολιών, από έναν γενικευμένο σχετικισμό και από έναν ακαδημαϊσμό αποκομμένο από τις υλικές εμπειρίες των καταπιεσμένων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη για ένα νέο εγχείρημα θεωρίας και πράξης δεν είναι απλώς επιθυμία· είναι μάλλον μια ιστορική αναγκαιότητα που και εμείς, μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών και εγχειρημάτων, καλούμαστε να συμβάλουμε σε μια τέτοια προοπτική.
Το δικό μας εγχείρημα μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια επιχείρησε να συγκροτήσει έναν χώρο φυγής από τον νοηματικό και πολιτικό βάλτο της περιόδου, έναν χώρο που να μπορεί να ανασυνθέσει τη δυνατότητα της κριτικής: κριτικής της ιδεολογίας, της αυταρέσκειας, της αυταρχικής βεβαιότητας που πλέον χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των αριστερών, αντιεξουσιαστικών και ακόμη και αυτοαποκαλούμενων κομμουνιστικών ρευμάτων. Σήμερα, η πλειονότητα αυτών των ρευμάτων έχει λάβει τη μορφή μιας θλιβερής πολιτικής σκιάς, που απλώς επιβεβαιώνει την κρίση του νεωτερικού καπιταλιστικού πολιτισμού. Η επίκληση του κομμουνισμού δεν αρκεί: αν δεν συνοδεύεται από βαθιά και αδιάκοπη κριτική, τότε απλώς διαιωνίζει τα ίδια ιδεολογικά αδιέξοδα.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, επιλέγουμε να επαναφέρουμε τον κομμουνισμό όχι ως σύνθημα, αλλά ως ζωντανή κριτική πρακτική, ως την πραγματική κίνηση που καταστρέφει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων [5]. Τον επαναφέρουμε όχι άκριτα, αλλά μέσα από την κριτική των ορίων του ιστορικού μαρξισμού, αναγνωρίζοντας ότι ο κύκλος του προλεταριακού ανταγωνισμού του 20ού αιώνα έχει κλείσει με ιστορική ήττα. Παρ’ όλα αυτά, οι υλικές συνθήκες της εποχής ανοίγουν και πάλι τη δυνατότητα για την έναρξη μιας νέας περιόδου συγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος. Και αυτή η νέα περίοδος δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς μια αναλυτική κατάδυση στα θεωρητικά, ιστορικά και πολιτικά όρια του ίδιου του κομμουνιστικού και προλεταριακού κινήματος.
Κεντρικός μας θεωρητικός άξονας παραμένει η υλιστική κριτική, η μαρξική σκέψη και η κριτική θεωρία, όχι ως κεκτημένο, αλλά ως εργαλεία εμπλουτισμού της ανταγωνιστικής σκέψης. Η κριτική μας στρέφεται όχι μόνο στον καπιταλισμό, αλλά και στις εγχώριες αναπαραστάσεις του, ιδιαίτερα στις εθνικιστικές ή «αντικαπιταλιστικές» εκδοχές που, στο όνομα του κομμουνισμού, αναπαράγουν το φαντασιακό της Εθνικής Λαϊκής Κοινότητας και ενισχύουν τα εθνικά καπιταλιστικά σχήματα.
Παράλληλα, αναδεικνύουμε ότι η κυρίαρχη ιστορική αφήγηση στην Ελλάδα –μια αφήγηση γραμμένη από τους νικητές του Εμφυλίου και από τους κρατικούς ιστοριογράφους– έχει μετατρέψει την ιστορία σε μηχανισμό λήθης. Στόχος μας είναι να ανοίξουμε ρήγματα σε αυτή τη ιστοριογραφία της εξουσίας, προβάλλοντας μια υλιστική, κομμουνιστική μεθοδολογική ανάγνωση της ιστορίας. Μια ανάγνωση που αναγνωρίζει τα εγκλήματα της εθνικής αφήγησης, αλλά και τα όρια του ίδιου του ιστορικού εργατικού κινήματος. Μια ανάγνωση που φέρνει στο προσκήνιο όσους εξοβελίστηκαν από την επίσημη ιστορία: τις Εβραϊκές Κοινότητες που δέχονται διαρκείς επιθέσεις αντισημιτισμού, τη Μακεδονική μειονότητα, τους Ρομά, τους Πομάκους, τους μετανάστες εργάτες γης – το πολυεθνικό προλεταριάτο που συγκροτεί τον πραγματικό πυρήνα της ταξικής σύγκρουσης σήμερα.
Αντλούμε έμπνευση από τα μεγάλα ιστορικά ορόσημα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τα Σοβιέτ, την Επανάσταση στη Γερμανία του 1918, την επανάσταση στην Ουγγαρία και την Αυστρία, αλλά και από το μοναδικό παράδειγμα διεθνιστικού εργατικού οργανωτισμού στη Θεσσαλονίκη: τη Φεντερασιόν. Το πολυεθνικό της πείραμα, παρά τις αντιφάσεις του, παραμένει ένα φωτεινό υπενθύμισμα για το ότι η επαναστατική πολιτική δεν μπορεί να αναπαραγάγει την εθνική κοινότητα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνουμε στην ερμηνεία του 20ού αιώνα και στην κεντρική θέση του Ολοκαυτώματος ως κορύφωση – όχι παρέκκλιση – του νεωτερικού αστικού πολιτισμού. Γι’ αυτό αντιτασσόμαστε τόσο στον νεοναζισμό και τον νέο φασισμό όσο και στη σύγχρονη σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος από την Ε.Ε., η οποία επιχειρεί να εξισώσει τον ναζισμό με τον κομμουνισμό. Απέναντι σε αυτή την ιδεολογική επίθεση, υπερασπιζόμαστε το ιστορικό βάθος του ανταγωνιστικού κινήματος και ταυτόχρονα θέτουμε υπό κριτική τον ίδιο τον μύθο της «προόδου». Διότι όταν η νεωτερική ανάπτυξη κορυφώθηκε στο Άουσβιτς, η έννοια της προόδου δεν μπορεί πλέον να παραμένει αθώα.
Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή εποχή, βλέπουμε ωστόσο μια αυξανόμενη ανάγκη πολλών ανθρώπων να αναζητήσουν ξανά μια ανταγωνιστική πολιτική προοπτική. Ο δρόμος όμως για μια νέα ριζοσπαστική πολιτική σύνθεση παραμένει μακρύς. Καλούμε όσους και όσες θεωρούν αυτό το εγχείρημα αναγκαίο να συναντηθούμε, να συγκρουστούμε δημιουργικά, να διαφωνήσουμε παραγωγικά και να συμβάλουμε από κοινού στην προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ιστορία όχι από τη σκοπιά της κυριαρχίας, αλλά από τη σκοπιά των καταπιεσμένων.
Σημειώσεις – Παραπομπές – Βιβλιογραφία
[1] https://theshadesmag.wordpress.com/2020/01/11/to-olokautoma-ston-sovietiko/
[2] βλέπε την εισαγωγή από την Διαλεκτική του Διαφωτισμού (Μαξ Χορκχάιμερ & Τέοντορ Αντόρνο) εκδόσεις Νήσος
[3] Μαξ Χορκχάιμερ: Η έκλειψη του Λόγου εκδόσεις Κριτικής
[4] editorial Shades Magazine τεύχος 4ο
[5] Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς: Η Γερμανική Ιδεολογία, δείτε αποσπάσματα εδώ https://theshadesmag.wordpress.com/2018/07/02/karl-marx-germaniki-ideologia-apospasmata/