Πρώτη δημοσίευση: Διάπυρον
Πριν από μερικά χρόνια, η Ολλανδή Lilian Kars άρχισε να ψάχνει ποιος ήταν ο μυστηριώδης άντρας που έμενε προπολεμικά στο σπίτι στο οποίο μεγάλωσε αυτή αργότερα. Έτσι, χάρη στην περιέργειά της, ξαναζωντάνεψε φέτος μια ποιητική φωνή που θεωρούνταν χαμένη – και μαζί της η υπενθύμιση ότι το μήνυμα της ποίησης του Ολοκαυτώματος μπορεί να φτάσει στους φανταστικούς του παραλήπτες ακόμη και 80 χρόνια μετά, ακόμη και χάρη στην επιμονή ενός και μόνο ανθρώπου να κάνει ανασκαφές στο παρελθόν.
Ο μυστηριώδης αυτός άντρας ήταν ο Ολλανδός Εβραίος ποιητής Σάλι Πίνκχοφ (Sallie Pinkho). Παρά τις απάνθρωπες συνθήκες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν, ο Πίνκχοφ κατάφερε να καταγράψει σε δέκα ποιήματα τη φρίκη που βίωνε. Τα ποιήματά του δημοσιεύτηκαν το 1946 σε μια μικρή συλλογή με τίτλο Bergen-Belsen (πλέον πανσπάνια) και το όνομά του ξεχάστηκε εντελώς. Μέχρι που φέτος εκδόθηκε στα ολλανδικά η μυθιστορηματική βιογραφία De Dromer – Het onverwoestbare woord, μαζί με εκείνα τα χαμένα ποιήματα. Συγγραφείς είναι η Lilian Kars και ο σύζυγός της, Paul Janssen.
Ο Σάλι Πίνκχοφ γεννήθηκε το 1893 στο Άμστερνταμ και εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την ποίηση από νεαρή ηλικία. Έκανε δύο γάμους και πέντε παιδιά (ένα παιδί από κάθε γάμο βρήκε το θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης). Εργάστηκε ως γραμματέας του Abraham Asscher, τότε προέδρου του Εβραϊκού Συμβουλίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η παρέμβαση του Asscher έφερε κάποια αποτελέσματα, όπως η προσωρινή απελευθέρωση του μεγαλύτερου αδελφού του Σάλι, του Μέγιερ (Meijer), από το στρατόπεδο του Βέστερμπορκ τον Σεπτέμβριο του 1942 – ο Μέγιερ θα επέστρεφε ξανά εκεί στα τέλη Μαΐου του 1943. Ένα μήνα αργότερα κλείστηκαν εκεί και ο ίδιος ο Σάλι, μαζί με τη γυναίκα του, δύο από τα παιδιά τους και τους γονείς του. Έμειναν για μερικούς μήνες στο Βέστερμπορκ, που λειτουργούσε ως στρατόπεδο διέλευσης και προσωρινής κράτησης για τους Εβραίους της Ολλανδίας. Στις αρχές του 1944, ο Σάλι μεταφέρθηκε στο Μπέργκεν-Μπέλζεν, αλλά δεν πρόλαβε την απελευθέρωση. Πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1945 στο Kommando Oranienburg. Αντίθετα, η αδερφή του, Clara Asscher-Pinkhof, κατάφερε να επιζήσει και σταδιακά να μεταναστεύσει στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ, όπου έγινε γνωστή μεταπολεμικά ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα, γραμμένο το 1944 στο Μπέργκεν-Μπέλζεν, περιέγραφε με μαύρη αυτοσαρκαστική ειρωνεία την κατάσταση του σώματός του:
ΤΑ ΑΔΥΝΑΤΑ ΜΟΥ ΠΟΔΙΑ
Αδύνατά μου πόδια,
η σάρκα σας έχει χαθεί!
Χτυπημένες μου κνήμες,
μοιάζετε ακατάστατες,
σαν μια μόνιμη, έντονη παλέτα,
ένα μεγάλο έργο τέχνης
σε μοβ, κόκκινο και λάσπη,
από χτυπήματα και γδάρσιμο!
Και να, τι αστείο,
οι χαλαροί τένοντες
και τα κόκαλα στο πόδι μου!
Και τσαμπιά από φλέβες,
που κρέμονται χαλαρά
και σχηματίζουν άρρωστες γαλάζιες κηλίδες!
Λευκή επιδερμίδα, χαλαρή και τσαλακωμένη,
χωρίς ουσία, αδειανή!
Ακόμη κι όταν κάθομαι,
οι μηροί μου πονάνε όσο ποτέ πριν!
Με ένα σπρώξιμο στο πλάι
στέκομαι με αναστεναγμό,
μα πεζοδρόμιο και πέτρες
δεν μπορώ να διαβώ –
είμαι όλος δέρμα και κόκαλα.