Το άρθρο αυτό γράφτηκε τον Φεβρουάριο 2021
Γράφει ο Π.Α.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, για πολλά χρόνια — ιδίως μετά το 1998, όταν το γερμανικό κράτος καθιέρωσε τη 14η Φεβρουαρίου ως ημέρα μνήμης για τα θύματα της πόλης — αποτελούσε κυρίως επέτειο της ακροδεξιάς και των κύκλων της γερμανικής εθνικής αφήγησης, οι οποίοι επιχειρούν να παρουσιάσουν τη Γερμανία ως ένα ακόμη «θύμα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξεπλένοντας έτσι τη γερμανική ιστορία.
Κι όμως, για τον βομβαρδισμό της Δρέσδης ή για το «ολοκαύτωμα της πόλης» από τους Συμμάχους — όπως συνηθίζουν να αποκαλούν το γεγονός οι φασίστες — δεν κάνει λόγο μόνο ο νεοναζί Μιχαλολιάκος, ούτε αποκλειστικά το ακροδεξιό AfD[1] και ο γνωστός ακροδεξιός όχλος στη Γερμανία. Με έκπληξη διαβάζει κανείς ακόμη και σε αριστερές εφημερίδες, όπως στη διαδικτυακή «Κόκκινη» (σε αναδημοσίευση από το Rproject), τον ισχυρισμό ότι «το μεγαλύτερο μακελειό της ευρωπαϊκής ιστορίας ήταν ο βομβαρδισμός και η πυρπόληση της Δρέσδης»[2]. Με αυτόν τον τρόπο συντηρείται ένας από τους πλέον επίμονους μύθους που διέδωσε η ναζιστική μηχανή προπαγάνδας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και άρθρο στην εφημερίδα της ΔΕΑ «Εργατική Αριστερά»[3]. Ναι, καλά διαβάσατε: το «μεγαλύτερο μακελειό» στην ευρωπαϊκή ιστορία φέρεται να είναι ο βομβαρδισμός της Δρέσδης.
Όσο συμπαθής κι αν μας είναι, σε άλλα ζητήματα, η «Κόκκινη», για παράδειγμα στο θέμα της υπεράσπισης της μακεδονικής μειονότητας, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο ένα τόσο κραυγαλέο παράδειγμα ιστορικού ρεβιζιονισμού και, τελικά, ευτελισμού ακόμη και του ίδιου του Ολοκαυτώματος. Είναι σαν η συντάκτρια να αγνοεί τους χιλιάδες βομβαρδισμούς πόλεων και τα εκατομμύρια αμάχων που έχασαν τη ζωή τους, τις μαζικές εκτελέσεις κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής στην Ευρώπη. Σαν να μην υπήρξε ποτέ η μάχη του Στάλινγκραντ· σαν η βιομηχανία θανάτου του Άουσβιτς να μπορεί να συγκριθεί με τον βομβαρδισμό γερμανικών πόλεων και στρατιωτικών στόχων.
Δυστυχώς, το ατόπημα αυτό δεν είναι τυχαίο. Εντάσσεται σε μια αριστερά που ανακαλύπτει παντού «ολοκαυτώματα» στην ελληνική ιστορία, προκειμένου να ενισχύσει το πατριωτικό της αφήγημα και τον μύθο της καθολικής αντίστασης του «ελληνικού λαού» απέναντι στον γερμανό κατακτητή. Ούτε είναι τυχαίο ότι η ίδια αυτή αριστερά καταλήγει σήμερα να εξισώνει θύτη και θύμα στο Ολοκαύτωμα, προκειμένου να υποστηρίξει μικροπολιτικές θέσεις για όσα διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή. Τέλος, δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι, με κάθε ευκαιρία, ευτελίζονται το Ολοκαύτωμα και το Άουσβιτς, όπως δείχνουν και τα πρόσφατα σκίτσα σχετικοποίησης του Άουσβιτς[4].
Όντως, το ξέρουν και οι πέτρες σήμερα ότι οι Γερμανοί τουρίστες που επισκέπτονται τη Δρέσδη δεν συγκλονίζονται πλέον ιδιαίτερα από τα κτίρια της πόλης. Το ίδιο ισχύει και για τους επισκέπτες από το εξωτερικό. Γύρω από τη Frauenkirche, την κεντρική εκκλησία της Δρέσδης, όλα αποπνέουν ανακαίνιση και κάτι από τουριστική Disneyland. Η ανοικοδόμηση της πόλης μετά τον βομβαρδισμό της από τους Συμμάχους, τον Φεβρουάριο του 1945, είναι πλέον κοινός τόπος.
Ωστόσο, τα ερωτήματα αρχίζουν, το αργότερο, στη διαδρομή προς το Πίλνιτς, μέσω της συνοικίας Blasewitz και της γέφυρας Blaues Wunder («Μπλε Θαύμα»). Πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να έχουν επιβιώσει από την «καταιγίδα» του βομβαρδισμού; Αφού, σύμφωνα με τους ρεβιζιονιστές ιστορικούς, η Δρέσδη υπήρξε μια «δεύτερη Χιροσίμα».
Η ναζιστική ηγεσία αξιοποίησε τις αεροπορικές επιδρομές της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 1945 ως αφετηρία μιας εκστρατείας δυσφήμισης των Συμμάχων στις ουδέτερες χώρες. Τις επόμενες ημέρες, τα πρακτορεία ειδήσεων διοχέτευαν λεπτομερείς αναφορές, δελτία Τύπου και ραδιοφωνικές εκπομπές που παρουσίαζαν τη Δρέσδη ως μια ειρηνική πόλη τέχνης και πολιτισμού, θύμα της «βαρβαρότητας» των Συμμάχων. Το Υπουργείο Προπαγάνδας του Ράιχ διέδωσε σειρά ψευδών ισχυρισμών για μια αθώα, στρατιωτικά ασήμαντη πόλη που βομβαρδίστηκε άσκοπα λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Παράλληλα, έκανε λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, για «βροχή» βομβών φωσφόρου και για χαμηλές πτήσεις που στόχευαν τον άμαχο πληθυσμό.
Η προπαγάνδα αυτή άφησε αποτύπωμα στη διεθνή κοινή γνώμη. Παρότι κριτικοί ιστορικοί και αντιφασιστικές συλλογικότητες, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο στη Γερμανία, έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην αποδόμηση του μύθου της Δρέσδης ως «θύματος» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα τελευταία χρόνια η διεθνής πρόσληψη των γεγονότων παραμένει αμφίσημη. Στην καλύτερη περίπτωση, οι αεροπορικές επιδρομές θεωρούνται στρατιωτικά αμφισβητήσιμες· στη χειρότερη, παρουσιάζονται ως το μεγαλύτερο συμμαχικό έγκλημα πολέμου.
Στη διατήρηση αυτής της εικόνας συνέβαλε και η ευρεία απήχηση λογοτεχνικών έργων όπως το Slaughterhouse-Five του Kurt Vonnegut[5]. Στο βιβλίο — το οποίο διδάσκεται ευρέως σε σχολεία των ΗΠΑ — η κατεστραμμένη Δρέσδη παρομοιάζεται με το τοπίο της σελήνης, ενώ γίνεται αναφορά και στον David Irving, Βρετανό ρεβιζιονιστή ιστορικό και αρνητή του Ολοκαυτώματος. Στο έργο του The Destruction of Dresden[6], ο Irving δημοσίευσε υπερβολικούς και ανυπόστατους αριθμούς θυμάτων, ανεβάζοντάς τους στις 135.000.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η διάδοση της άποψης ότι η Δρέσδη και η Χιροσίμα πρέπει να τοποθετηθούν στην ίδια κατηγορία με την 11η Σεπτεμβρίου και τους Δίδυμους Πύργους. Ενδεικτικά, ο συγγραφέας Jonathan Safran Foer, στο μυθιστόρημά του Extremely Loud & Incredibly Close — που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2011, συνδέει την ιστορία του πρωταγωνιστή με τις εμπειρίες των παππούδων του από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης. Στη Γερμανία, τέτοιου είδους παραλληλισμοί που προέρχονται από το εξωτερικό γίνονται συχνά δεκτοί με ιδιαίτερη ικανοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική Frankfurter Allgemeine Zeitung έγραψε πως η γερμανική εθνική αφήγηση και η πολιτική θυματοποίησης της Νέας Υόρκης μετά την 11η Σεπτεμβρίου μπορούν να συγκριθούν με δύο άλλα ιστορικά γεγονότα: τον βομβαρδισμό της Δρέσδης και τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα.
«Πρώτα οι βόμβες, μετά το Τείχος, τώρα οι πλημμύρες: Ενωμένοι οι Γερμανοί μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε και αυτές!»
Το σύνθημα αυτό, που στόχευε στην ενίσχυση του ηθικού των κατοίκων, έκανε τον γύρο της Δρέσδης το καλοκαίρι του 2002. Εκείνη τη χρονιά η πόλη υπέστη σοβαρές ζημιές, όταν τα νερά του Έλβα υπερχείλισαν. Τα μέσα ενημέρωσης και τα πολιτικά κόμματα χαρακτήρισαν την καταστροφή «πλημμύρα του αιώνα», η οποία μετέτρεψε τη «Φλωρεντία του Έλβα» — όπως αποκαλείται συχνά η Δρέσδη — σε «Βενετία του Έλβα». Με παρόμοια συνθήματα εμφανίστηκε και το νεοφιλελεύθερο (ημι-φασιστικής κοπής) FDP στη Σαξονία, στο πλαίσιο καμπάνιας για τη συγκέντρωση δωρεών υπέρ των πλημμυροπαθών.
Ο ιστορικός σχετικισμός φαίνεται να μην έχει τέλος. Η Δρέσδη, μετά από «τόσα χτυπήματα της μοίρας», προβάλλεται ως πόλη που γνωρίζει καλά τα δεινά και τη στέρηση. Όποιος επιδιώκει πολιτικά οφέλη στην πόλη δεν παραλείπει να αναφερθεί στους βομβαρδισμούς. Η συλλογική μνήμη των συμμαχικών αεροπορικών επιδρομών λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς, ως ιδρυτικός μύθος της μεταπολεμικής ταυτότητας.
Το σατιρικό περιοδικό Titanic σχολίασε τις πλημμύρες του 2002 με ένα πρωτοσέλιδο που ανέφερε πως το νερό για την κατάσβεση των πυρκαγιών έφτασε με 57 χρόνια καθυστέρηση. Το εξώφυλλο αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις: κάτοικοι της Δρέσδης οργάνωσαν συγκεντρώσεις, έσκισαν και έκαψαν δημόσια το περιοδικό, ενώ η συντακτική του ομάδα δέχθηκε απειλητικές επιστολές.
Η Δρέσδη αποτελεί ζωντανό σύμβολο της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας και ταυτόχρονα πεδίο κάθε απόπειρας εξωραϊσμού της γερμανικής ιστορίας. Η εικόνα της «όμορφης και αθώας πόλης της τέχνης και του πολιτισμού», που — σύμφωνα με την εθνική αφήγηση — βομβαρδίστηκε άσκοπα λίγο πριν από το τέλος του πολέμου με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, συγκροτεί έναν ισχυρό θρύλο. Έναν θρύλο περί «συμμαχικών εγκλημάτων πολέμου», όπου κυριαρχούν οι αφηγήσεις για βροχή φωσφορικών βομβών και μαχητικά αεροσκάφη που στόχευαν αμάχους. Μέσα από αυτή τη μυθολογία, η Δρέσδη αναδεικνύεται σε σύμβολο ειρήνης και συμφιλίωσης της γερμανικής εθνικής κοινότητας — διαθέτοντας όλα τα απαραίτητα συστατικά για την αναζωπύρωση του πατριωτικού και εθνικιστικού λόγου.
Ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά τον βομβαρδισμό, οι προπαγανδιστές του Χίτλερ έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός, ισχυριζόμενοι ότι στην πόλη δεν υπήρχαν στρατηγικής σημασίας βιομηχανικές εγκαταστάσεις και ότι οι Συμμαχικοί κατέστρεψαν μια ανυπεράσπιστη πολιτιστική μητρόπολη. Ενώ οι τοπικές αρχές έκαναν λόγο για περίπου 25.000 νεκρούς, το ναζιστικό Υπουργείο Προπαγάνδας ανέβαζε τον αριθμό σε τουλάχιστον 200.000 άμαχους, εδραιώνοντας έναν μύθο που επιβιώνει μέχρι σήμερα.
Ήταν όμως η Δρέσδη μια ασήμαντη πόλη σε στρατηγικό επίπεδο;
Ως απάντηση, λοιπόν, στους αφελείς — ή μάλλον στους αριστερούς αναθεωρητές της ιστορίας — οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ορισμένα στοιχειώδη δεδομένα. Τον Φεβρουάριο του 1945 τα ναζιστικά στρατεύματα που πολεμούσαν στο Ανατολικό Μέτωπο, επιχειρώντας να ανακόψουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, απείχαν μόλις 250 χιλιόμετρα από τη Δρέσδη. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκε εκ των υστέρων η ναζιστική προπαγάνδα, η πόλη δεν ήταν ούτε «αθώα» ούτε στρατιωτικά ασήμαντη. Αποτελούσε σημαντικό διαμετακομιστικό και βιομηχανικό κέντρο της ναζιστικής Γερμανίας. Δεκάδες εργοστάσια προμήθευαν τη Βέρμαχτ με πυρομαχικά, εξαρτήματα πολεμικών αεροσκαφών και κρίσιμες πολεμικές προμήθειες, ενώ από την πόλη διέρχονταν — οδικώς και σιδηροδρομικώς — στρατιώτες, τεθωρακισμένα και μονάδες πυροβολικού.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι της Δρέσδης, σε αντίθεση με τα εκατομμύρια ανθρώπων που εξοντώνονταν στα στρατόπεδα ή σκοτώνονταν στα μέτωπα, συνέχιζαν την καθημερινότητά τους: έτρωγαν, έπιναν, έκαναν περιπάτους, χόρευαν, ενώ σε μικρή απόσταση περνούσαν τα τρένα με προορισμό την Πολωνία. Το ερώτημα αν γνώριζαν τον προορισμό αυτών των συρμών είναι ρητορικό. Η κοινωνική συνενοχή — ενεργητική ή παθητική — δεν μπορεί να διαγραφεί εκ των υστέρων μέσω μιας αφήγησης καθολικής αθωότητας. Μέχρι τα τέλη του 1944, η ναζιστική κοινωνική και οικονομική μηχανή λειτουργούσε με την ενεργό συμμετοχή ή την ανοχή ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων.
Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού πολέμου που στόχευε στη συντριβή της ναζιστικής πολεμικής ικανότητας και στην επιτάχυνση της ήττας του καθεστώτος. Η κάμψη του ηθικού και η αποδιοργάνωση της πολεμικής υποδομής αποτελούσαν σαφείς στρατηγικούς στόχους. Η ιστορική αποτίμηση του γεγονότος δεν μπορεί να αποσπαστεί από αυτό το πλαίσιο.
Ωστόσο, για τους σύγχρονους «αριστερούς» αναθεωρητές, η Δρέσδη αποσυνδέεται από όρους όπως Εθνικοσοσιαλισμός, διώξεις των Εβραίων, απελάσεις, καύσεις βιβλίων, καταναγκαστική εργασία και αριοποίηση εβραϊκών περιουσιών. Αντίθετα, αναδεικνύεται σε εμβληματική περίπτωση γερμανικής θυματοποίησης, άξια μνημόνευσης και τιμής. Ο μύθος της «χαμένης πόλης», που κατασκευάστηκε από τη ναζιστική προπαγάνδα και καλλιεργήθηκε μεταπολεμικά, βρίσκει έτσι απρόσμενους συμμάχους.
Όσοι υποστηρίζουν ότι η Δρέσδη συνιστά «το μεγαλύτερο έγκλημα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμβάλλουν αντικειμενικά στην επιχειρηματολογία της γερμανικής ακροδεξιάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Τίνο Χρουπάλα (Tino Chrupalla), ο οποίος, παρά τη σαφή ιστορική τεκμηρίωση για τον αριθμό των θυμάτων (περίπου 25.000), επιμένει σε υπερβολικούς αριθμούς, αγγίζοντας τις 100.000. Τέτοιες παρεμβάσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού του αισθήματος ιστορικής ευθύνης της γερμανικής κοινωνίας για τα εγκλήματα του ναζισμού.
Το παράδειγμα της Δρέσδης αναδεικνύει τη σημασία του μετώπου της ιστορίας. Σε μια περίοδο όπου ο ιστορικός αναθεωρητισμός επανεμφανίζεται — συμπεριλαμβανομένων των απόπειρων εξίσωσης της Σοβιετικής Ένωσης με τον φασισμό — η μάχη για την ιστορική μνήμη αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Οι αφηγήσεις που αποσκοπούν στην αποενοχοποίηση της γερμανικής ιστορίας, και που συχνά βρίσκουν απήχηση ακόμη και σε τμήματα της αριστεράς (ιδίως υπό το βάρος της ιδιαίτερης μεταπολεμικής μνήμης στη ΛΔΓ), λειτουργούν ως έμμεση ενίσχυση της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.
Είναι αναγκαίο να διερευνηθούν οι θεωρητικές αφετηρίες αυτής της αριστερής διολίσθησης. Η αδυναμία κατανόησης του φασισμού ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου — με ευρεία κοινωνική βάση και ενεργή συναίνεση — οδηγεί σε αφηγήσεις που υποκαθιστούν την ανάλυση των δομών με ηθικολογικούς συμψηφισμούς. Μια συνεπής κομμουνιστική πολιτική απέναντι στα ιστορικά ζητήματα οφείλει να αντιπαρατεθεί σε κάθε μορφή ρεβιζιονισμού και σε κάθε ιδεολογική κατασκευή που αποσπά την προσοχή από τον ταξικό και αντιφασιστικό αγώνα. Η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αντιστροφής θύτη και θύματος.
Σημειώσεις
[1] AFD, Εναλλακτική για τη Γερμανία: Μαζικό ξενοφοβικό – αντιμουσουλμανικό κλπ.. κόμμα της γερμανικής ακροδεξιάς με αρκετά μεγάλη λαϊκή υποστήριξη σε αρκετά μέρη της Γερμανίας.
[2] Σχετικό άρθρο της διαδικτυακής εφημερίδας “Η Κόκκινη”: https://kokkini.org/2020/02/14/έτσι-πάει-ο-κόσμος-σφαγείο-νο-5-του-κε/
[3] Άρθρο του Χάρη Παπαδόπουλου στην Εργατική Αριστερά: https://kokkini.org/2020/02/12/75-χρόνια-από-τον-βομβαρδισμό-της-δρέσδη/
[4] Διαβάστε σχετικά τις τελευταίες δημοσιεύσεις της στήλης μας «Χρονικά Αντισημιτισμού»
[5] Σχετικά με το βιβλίο διαβάστε εδώ: https://en.wikipedia.org/wiki/Slaughterhouse-Five
[6] Ο Ντάβιντ Ίρβινγκ είναι ένας από τους γνωστότερους αρνητές του Ολοκαυτώματος. Σχετικά με το βιβλίο του για τη Δρέσδη εδώ: https://en.wikipedia.org/wiki/The_Destruction_of_Dresden
[7] Η ΛΔΓ είχε ενσωματώσει στην επίσημη ιστορική αφήγηση τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, δίνοντας την έναν ηρωικό χαρακτήρα.