κείμενο του B.C
Ο αντισημιτισμός έχει εδραιωθεί ως στοιχείο του κοινωνικού φαντασιακού στην Ελλάδα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα. Στην παρούσα συγκυρία δεν πρέπει να κατανοείται μονάχα ως σύμπτωμα του πολιτικού «εκφασισμού», αλλά και ως μια μορφή ανορθολογικής διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης: ένα είδος αρνητικής ταυτότητας για μια αστική κοινωνία που αδυνατεί να αναστοχαστεί την κρίση της και τον ίδιο της τον κατακερματισμό. Πρέπει να κατανοείται ως μια ποιοτική αναβάθμιση της μικροαστικής ψευδοεξέγερσης από το κίνημα των πλατειών και τα αντιμνημονιακά μέτωπα στη γενικευμένη αντισημιτική δραστηριότητα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023. Οι εικόνες από τη θλιβερή παρέλαση ενός άτυπου τάγματος εφόδου του Ρουβίκωνα στην Αθήνα, η επίθεση σε κοσέρ ταχυφαγείο, η στοχοποίηση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων από μέλη του ΚΚΕ στην πόλη, τα επεισόδια σε τουριστικούς προορισμούς όπως στη Ρόδο και τη Σύρο (που θα σχολιάσουμε και στη συνέχεια) — όλα αυτά δεν συγκροτούν ένα «παρεμπίπτον επεισόδιο» με πρωταγωνιστή την «πρωτοπορία» του εθνικού κορμού, αλλά εκδηλώσεις μιας βαθύτερης κανονικότητας της κοινωνίας του κεφαλαίου.
Στη θέση της κριτικής του κεφαλαίου, η αριστερά στην Ελλάδα — και όχι μόνο — καταφεύγει στο υποκατάστατο της ενοχικής προβολής: εκεί όπου το εμπόρευμα και η αφηρημένη εξουσία της ανταλλαγής δεν μπορούν να εντοπιστούν ή να νοηθούν, το φαντασιακό υποκείμενο της κυριαρχίας γίνεται ο «Εβραίος». Αυτό δεν είναι απλώς πολιτικός οπορτουνισμός· είναι η φανερή αντιστροφή της θεωρίας σε μυθολογική σκέψη. Η αποτυχία να αναλυθεί η κεφαλαιοκρατική μορφή γίνεται το έδαφος για την ανάδυση του ανορθολογικού, που παρουσιάζεται ως ο τίμιος εθνο-αντιιμπεριαλισμός του λαού.
Η αριστερή μορφή του αντισημιτισμού είναι ιδιότυπη: δεν θεμελιώνεται ούτε στη φυλετική βιολογία ούτε στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, ασχέτως αν ο αντισημιτισμός του λαού έχει και (νεωτερικά και προνεωτερικά χαρακτηριστικά), αλλά σε μια αρνητική ταυτοποίηση του κεφαλαίου με το εβραϊκό. Πρόκειται για μια λαϊκιστική αντιστροφή της Θεωρίας, που συγχέει την αφαίρεση του εμπορεύματος με την υπερπραγματικότητα του χρηματοπιστωτικού «άλλου». Έτσι, ο τουρίστας από το Τελ Αβίβ μετατρέπεται σε συμβολικό στόχο· ο Εβραίος της καθημερινότητας γίνεται το υποκατάστατο της αδυναμίας να αναγνωριστεί η ίδια η δομή της φετιχιστικής κυριαρχίας.
Αυτό το είδος πολιτικής δεν είναι απλώς παθολογικό. Είναι ο ιδεολογικός καθρέφτης της κοινωνίας του Κεφαλαίου που βρίσκεται σε κρίση. Αντί για μια διαλεκτική κατανόηση της κρίσης, η δημόσια σφαίρα αναδιπλώνεται σε τελετουργίες ηθικής εκκαθάρισης, με προτιμητέο στόχο εκείνον που μπορεί να προσωποποιηθεί, να εκτοπιστεί, να επιβεβαιώσει τη φαντασίωση ότι «το Κακό» βρίσκεται κάπου αλλού.
Ο αριστερός αντισημιτισμός δεν λειτουργεί απλώς ως μια παρέκκλιση. Αποτελεί μία από τις σύγχρονες μορφές της απάτης περί «καθαρής αντίστασης» ενάντια στον καπιταλισμό· ένα πολιτικό θέατρο που υποκαθιστά τη θεωρητική ανάλυση με τον φετιχιστικό αντικαπιταλισμό. Εκεί που αποτυγχάνει η επεξεργασία της κοινωνικής ουσίας, εισβάλλει το ανορθολογικό, το συνωμοσιολογικό, το μυστικιστικό στοιχείο: μια αρνητική θεολογία που ξαναγράφει την ιστορία του Ολοκαυτώματος, αναιρώντας την ιδιαιτερότητά του.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το καπιταλιστικό κράτος και οι κύκλοι της αστικής εξουσίας δεν είναι ούτε ουδέτεροι θεατές ούτε απλώς οι «φορείς» της «φιλελεύθερης καταδίκης» του ρατσισμού και του αντισημιτισμού. Αντιθέτως, η εξουσία επωφελείται από την ύπαρξη ενός διαχειρίσιμου, εξωτερικευμένου Κακού — κι αν αυτό προσωποποιείται στον Εβραίο, ακόμη καλύτερα. Η πολιτική του «αντιρατσισμού» γίνεται εργαλείο αποπολιτικοποίησης· ένα νέο είδος διαχείρισης της κρίσης, μέσω της ηθικολογίας.
Ο αντισημιτισμός δεν είναι σφάλμα του συστήματος· είναι ενσωματωμένος στη δομή του, όσο αυτή αποτυγχάνει να στοχαστεί την ίδια της την αρνητικότητα. Ο αντισημιτισμός είναι Ιδεολογία. Αν η κριτική δεν επιστρέψει στη ρίζα της — στην ανάλυση της εμπορευματικής καπιταλιστικής κοινωνίας ως αφηρημένης κυριαρχίας —, τότε οι κραυγές για «αντίσταση» θα συνεχίσουν να συγχωνεύονται με το παλιό, γνώριμο, βρώμικο αντισημιτικό μίσος.
Οι ειδήσεις του ξυλοδαρμού των νεαρών Ισραηλινών στη Ρόδο και η κινητοποίηση στη Σύρο έκαναν τον γύρο του κόσμου. Και στις δύο περιπτώσεις αποδόθηκε η κατηγορία της συλλογικής ευθύνης σε ανθρώπους που έρχονται από το Ισραήλ. Όλοι οι Ισραηλινοί είναι υπεύθυνοι για τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μεταξύ ΧΑΜΑΣ και Ισραήλ. Είναι όλοι υπεύθυνοι για τις πολιτικές του διεφθαρμένου οπορτουνιστή πρωθυπουργού Νετανιάχου και της ισραηλινής υπερσυντηρητικής ακροδεξιά τους Ισραήλ. Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ισραήλ, το μεγάλο κίνημα διαμαρτυρίας που έχει μάλιστα και έναν βαθιά ταξικό χαρακτήρα, αφήνουν αδιάφορους αυτούς τους διαδηλωτές. Ποτέ άλλοτε δεν έκαναν το ίδιο, π.χ., με Αμερικανούς τουρίστες ή άλλους τουρίστες, των οποίων τα κράτη κατηγορούνται ή διέπραξαν μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία.
Αμέσως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πήραν φωτιά. Οι πανηγυρισμοί και τα σχόλια ξεπέρασαν ακόμα και τις δικές μας εκτιμήσεις. Έχει πραγματικά ιδιαίτερη σημασία να δούμε τα γεγονότα στη Σύρο. Παρακολουθώντας τη συνέντευξη μιας διαδηλώτριας εκεί, αλλά και διαβάζοντας σχόλια στο Facebook, αποκαλύπτεται το πραγματικό πρόσωπο της σύνθεσης αυτού του φανατισμένου όχλου, η έλλειψη επιχειρημάτων και η φτωχή αντιληπτική του ικανότητα. Ένας γνωστός μας αριστερός που ασχολείται με την τοπική αυτοδιοίκηση, για παράδειγμα, σε σχόλιό του έδωσε τα συγχαρητήριά του στους διαδηλωτές της Σύρου, λέγοντας ότι μπορεί οι κάτοικοι της Σύρου να μην είχαν ιδιαίτερη συμμετοχή στην επανάσταση του 1821, αλλά με τη σημερινή τους κινητοποίηση απέδειξαν ότι είναι πραγματικοί Έλληνες. Η συνέντευξη της αριστερής διαδηλώτριας που μπορείτε να δείτε εδώ στο YouTube είναι επίσης αποκαλυπτική. Ένα κράμα τοπικισμού, εθνοπατριωτικού αριστερισμού που συναντά τις κατηγορίες των αιμοδιψών Εβραίων που διαπράττουν γενοκτονία. Ο δημοσιογράφος, που όπως φαίνεται προέρχεται από το δεξιό στρατόπεδο, αντικρούει τα επιχειρήματά της με έναν άνετο τρόπο και μετατρέπει την εικόνα της αριστερής διαδηλώτριας σε ένα τραγελαφικό πρότυπο ενός φανατικού υποκειμένου που αναγκάζεται να διακόπτει συνεχώς τον δημοσιογράφο χωρίς καν να ακούει τις ερωτήσεις. Έχει τις απαντήσεις έτοιμες.
Ο αριστερός αντισημιτισμός δεν κρύβεται πια· έχει αποτινάξει το προσωπείο του “ανθρωπισμού” και δρα απροκάλυπτα. Εκείνοι όμως που πανηγυρίζουν περισσότερο από όλους για τον περαιτέρω εκφυλισμό και την ακραία κατρακύλα της αριστεράς είναι οι κύκλοι της αστικής εξουσίας.
Αυτή είναι και η δύναμη της εικόνας που αξιοποιεί σήμερα το αστικό κράτος, που από μια απονομιμοποιημένη δομή στη συνείδηση αρκετών ανθρώπων που πλήττονται από την κρίση, μετατρέπεται στον υπερασπιστή του αγώνα ενάντια στον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Βρίσκει την ευκαιρία να δώσει ένα καθοριστικό χτύπημα σε αυτήν την εκφυλισμένη αριστερά, αλλά μαζί με αυτή την αριστερά, δίνει χτύπημα και σε όποιον αντιστέκεται στην αμείλικτη επίθεση του ελληνικού κεφαλαίου σε κάθε πλευρά της ζωής. Έτσι το αστικό κράτος ιδεολογικά αποκτά πάλι την υπεροχή. Ο αγώνας ενάντια στην τρομακτική δυστοπία στην οποία έχει μετατρέψει η τουριστική βιομηχανία στη χώρα — κάθε πόλη, νησί, παραλία κοκ —, η επίθεση σε κάθε πλευρά της ζωής του προλεταριάτου, η παραπέρα υποβάθμιση της αξίας της πώλησης της εργατικής δύναμης φαντάζουν ως μια δευτερεύουσα συνθήκη, με την οποία κανείς πια δεν ασχολείται.
Από κοντά με το αστικό κράτος είναι και όσοι σήμερα παρουσιάζουν την αριστερά ως τους νέους ναζί και άλλοι φιλελεύθεροι χομπίστες των μέσων μαζικής δικτύωσης που συνεχώς δημοσιεύουν γελοιογραφίες που παρουσιάζουν τους αριστερούς ως τάγμα εφόδου των ναζί και άλλα τέτοια. Ο στόχος τους δεν είναι άλλος από τον αποπροσανατολισμό από την ουσία του πράγματος, με στόχο να παρουσιάσουν την αριστερά ως ένα σκαλοπάτι προς τον ολοκληρωτισμό· έναν ολοκληρωτισμό στον οποίο οδηγεί ο κομμουνισμός (που εξισώνεται με τον φασισμό), δηλαδή ό,τι παρεκκλίνει από τον μαγικό, αγγελικά πλασμένο κόσμο της δημοκρατίας της αγοράς. Έτσι, η αστική δημοκρατία παρουσιάζει και πάλι τον εαυτό της ως τη μοναδική εγγύηση για να μην έχουμε μια νέα ροπή προς τη βαρβαρότητα. Και το αστείο της υπόθεσης εδώ είναι ότι αυτή η αριστερά έχει συμβάλει τα μέγιστα μέσω της αποπολιτικοποίησης και της απουσίας θεωρητικής, μεθοδολογικής, διαλεκτικής κατανόησης του Όλου· εκεί όπου όσο τελειοποιούνται οι μηχανισμοί της επιτήρησης μέσα από την εξορθολογισμένη εξέλιξη της σύγχρονης ολοκληρωτικής καπιταλιστικής κοινωνίας, τόσο ενισχύεται η κυριαρχία του καταπιεστικού, κλειστού συστήματος εργαλειακής λογικής και πραγμοποίησης.
Το υποτιθέμενο αντισυστημικό πάθος του αριστερού αντισημιτισμού καταλήγει να λειτουργεί ως βοηθητικός μηχανισμός της ίδιας της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναβίωση του αντισημιτικού φαντασιακού δεν συναντά μόνο την ανοχή, αλλά συχνά και την έμμεση επιδοκιμασία της αστικής εξουσίας. Η αριστερά που χτυπά εβραϊκούς στόχους και κραυγάζει συνθήματα περί γενοκτονιών, παίζει τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου για τις ελίτ: προσφέρει το πολιτικό θέαμα του «ριζοσπαστισμού» απαλλαγμένου από κάθε ταξική και κριτική ουσία, διοχετεύοντας τη δυσαρέσκεια σε ένα φαντασιακό πεδίο συνωμοσιολογικής αποσυμπίεσης, που έχει ανάγκη η καπιταλιστική κυριαρχία για να διατηρήσει την «κοινωνική ειρήνη».