Theodor.W.Adorno «Όψεις της Νέας Ακροδεξιάς» | Σημειώσεις πάνω στο κείμενο

Theodor.W.Adorno «Όψεις της Νέας Ακροδεξιάς» | Κύκλος Μελέτης Ιστορικός Φασισμός και Νέα Ακροδεξιά. Οι σημειώσεις πάνω στο κείμενο από την συζήτηση που διοργανώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2026

Μόλις από το πρώτο μέρος του κειμένου, ο Αντόρνο κάνει σαφές ότι επιχειρεί περισσότερο μια προσπάθεια ανίχνευσης των στοιχείων στη βάση των οποίων η ακροδεξιά εκφράζεται στην μεταπολεμική δυτική κοινωνία, κάποιες παρατηρήσεις και όχι μια συνεκτική θεωρία. Αυτό καθιστά το κείμενο έκφραση μιας πρακτικο-θεωρητικής προσέγγισης των όρων με τους οποίους μπορεί η «νέα ακροδεξιά» να γίνει κατανοητή στο ιστορικό της συγκείμενο και συνεπώς να αντιμετωπιστεί με τα κατάλληλα μέσα και όχι μια ανάλυση αποστειρωμένη από τις κοινωνικές εξελίξεις.

Οι προϋποθέσεις ανάδυσης του φασισμού συνεχίζουν να υπάρχουν παρά την ήττα του εθνικοσοσιαλισμού δύο δεκαετίες πριν και παρά τη σχετικά μικρή επιρροή που ασκεί την περίοδο της εκφώνησης του Αντόρνο.

Βασικός λόγος ύπαρξης της ακροδεξιάς, με τους νέους τρόπους κοινωνικής της έκφρασης, είναι η διαρκής, ενυπάρχουσα δυνατότητα ταξικού υποβιβασμού κοινωνικών στρωμάτων των οποίων η συνείδηση παραμένει, ωστόσο, αστική – τα δυνάμει προλεταριοποιημένα υποκείμενα ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση των οικονομικών και κοινωνικών τους κεκτημένων, για την ανύψωσή τους στην καπιταλιστική πυραμίδα. Ο ταξικός υποβιβασμός ή η διαρκής δυνατότητά του, αποτελεί προϊόν της τάσης συγκέντρωσης του κεφαλαίου αποδεικνύοντας τη δομική συσχέτιση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής με την απαραίτητη για τον φασισμό προϋπόθεση της ύπαρξης μιας μάζας ατόμων που στελεχώνουν τα ακροδεξιά κινήματα.

Μπροστά τις προϋποθέσεις κρίσης, μεγάλη μερίδα των εν δυνάμει υπό πλήξη στρωμάτων, δεν στρέφονται στις σοσιαλιστικές ιδέες, ή τουλάχιστον σε αυτό που τα ίδια θεωρούν σοσιαλισμό: Σύμφωνα με το κείμενο, η κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας, της οποίας η ταύτιση με τον κεϋνσιανισμό, την κεϋνσιανικού τύπου καπιταλιστική διαχείριση, ενισχύει τη συγκεκριμένη τάση καθώς αφενός ενισχύει τον κίνδυνο εκπτώχευσης των μεσαίων στρωμάτων και αφετέρου, στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού, ενισχύει την καπιταλιστικά απαραίτητη τεχνολογική ανάπτυξη, την ολοένα και αυξανόμενη αυτοματοποίηση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αισθήματος ανασφάλειας στα υποκείμενα της παραγωγικής διαδικασίας, αίσθημα που τα καθιστά «δυνάμει πλεονάζοντα».

Σε αυτό το αίσθημα προστίθεται ο φόβος της εξωτερικής απειλής. Στο πλαίσιο μιας άνευ προηγουμένου ανάπτυξης του καπιταλισμού, της διακρατικής συνεργασίας και της συγκρότησης «μπλοκ ισχύος», ο εθνικισμός εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο. Στη βάση του φόβου εξαφάνισης που προκαλεί η διακρατική συνεργασία και ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων μπλοκ, ο εθνικισμός εκφράζεται ως φορέας εκπροσώπησης συλλογικών, διαταξικών συμφερόντων, ως δύναμη υπεράσπισης των «αγνών» παραδοσιακών υλικών συνθηκών: Ο εθνικισμός ως αντίσταση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Η δημιουργία ενός πλαισίου όπου ο εθνικός ανταγωνισμός δεν κατέχει τον σημαντικότερο ρόλο, δεν συνεπάγεται αυτόματα ρήξη του εθνικισμού με την πραγματικότητα: η «έωλη κατάσταση» στην οποία βρίσκεται δεν σημαίνει μείωση του ρόλου του, αλλά την ανάδειξη του καταστροφικού και του δαιμονικού του χαρακτήρα.

Ως προς τη σχέση φασισμού και μεγαλοβιομήχανων: Ο φασισμός έχει πάντα την τάση να ανεξαρτητοποιείται απέναντι στα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα, ή τουλάχιστον απέναντι στις προσωποποιημένες μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας δεν είναι πάντα βολικός για τους μεγαλοβιομήχανους. Όπως αναφέρει ο Αντόρνο, ο φασισμός στη Γερμανία επιβλήθηκε ως έσχατη λύση. Στη δική μου κατανόηση του κειμένου, το γεγονός ότι ο φασισμός εξυπηρετεί ως έσχατη λύση τη συνέχιση/αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας, δεν συνεπάγεται μια πρόσληψή του ως αναπόφευκτο στάδιο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής: Ο φασισμός αποτελεί συνέπεια του καπιταλισμού, μια αντεστραμμένη εικόνα της πηγής του κακού, της μη ταύτισης της υποκειμενικής συνείδησης με την αντικειμενική κατάσταση των ατόμων.

Ο φασισμός αποτελεί την έκφραση της τυπικότητας της αστικής δημοκρατίας, του γεγονότος ότι η δημοκρατία, στην αστική της μορφή, βασίζεται πάνω στην αντιδημοκρατικότητα του κοινωνικο-οικονομικού της θεμελίου. Βασίζεται στο γεγονός ότι η αστική πολιτική ισότητα θεμελιώνεται πάνω στην ανισότητα των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων παραγωγής. Για τον Αντόρνο, η δομική σχέση της ακροδεξιάς με τη φύση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής δεν είναι σχέση απλής αναγωγής. Πολλές φορές, η ακροδεξιά προεξοφλά την οικονομική ύφεση, επομένως οι επιτυχίες της δεν μπορούν να αναχθούν αποκλειστικά στην τάση συγκέντρωσης του κεφαλαίου και στην τάση εξαθλίωσης ως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η ίδια η ακροδεξιά δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας πριν ακόμα αυτά αποκτήσουν πραγματική, κοινωνική, υλική βάση. Τα αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, ακόμη κι αν δεν παρουσιάζονται πάντοτε άμεσα, ενσαρκώνονται στην κοινωνική συμπεριφορά ως συνέπειες της πάντοτε πιθανής κρίσης της καπιταλιστικής κρίσης, ως συνέπεια της διατήρησης των προϋποθέσεων κρίσης.

Η δημιουργία των αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, καταστροφής, συνδυάζεται με την ανάπτυξη των ακροδεξιών κινημάτων στο βαθμό που τα τελευταία εμφανίζονται ως λύση στην πραγματική καταστροφική δυναμική του καπιταλισμού. Ωστόσο, ο δυναμικός χαρακτήρας της καταστροφής αγνοείται: Η καταστροφή ανάγεται σε νομοτέλεια και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Ο αυτοσκοπός της καταστροφής, πέρα από ψυχολογική, κατέχει και μια αντικειμενική βάση: «Όταν δεν βλέπεις τίποτα μπροστά σου και όταν δεν θέλεις να αλλαγή της κοινωνικής βάσης, θέλεις, εκκινώντας από την δική σου κοινωνική κατάσταση, την καταστροφή, όχι την καταστροφή της δικής σου ομάδας, αλλά αν είναι δυνατό, τη συντέλεια».

Για τον Αντόρνο, τα ακροδεξιά κινήματα χαρακτηρίζονται από έλλειψη θεωρίας και χαμηλό πνευματικό επίπεδο. Ωστόσο, αυτή η έλλειψη και αυτό το χαμηλό επίπεδο, αντικαθίσταται από την άρτια ανάπτυξη και χρήση προπαγανδιστικών μέσων ως έκφραση της γενικής κοινωνικής αναγωγής της τεχνικής ως πρωτεύον στοιχείο έναντι του σκοπού που τελικά αυτή η τεχνική εξυπηρετεί. Με άλλα λόγια, η χρήση άρτιων ορθολογικών μέσων για την εξυπηρέτηση ανορθολογικών σκοπών, σε επίπεδο συνολικής κοινωνίας συνδέεται με τη γενικότερη τάση, κατά την οποία τα μέσα ή η τεχνική παρουσιάζονται ως σημαντικότερα από τον ίδιο το σκοπό καθώς τα μέσα υποκαθιστούν το σκοπό, η προπαγάνδα μετατρέπεται σε ουσία της πολιτικής.

Η προπαγάνδα δεν αποσκοπεί στη διάδοση της, ούτως ή άλλως, αδύναμης θεωρίας. Γίνεται αυτοσκοπός στο βαθμό που επιχειρεί να απευθυνθεί σε ασυνείδητες ορμές, να τις διατηρήσει ενεργές, να μην τις μετατρέψει σε αντικείμενο συνειδητού αναστοχασμού. Εν τέλει επιχειρεί να διατηρήσει τις ασυνείδητες ορμές κυριαρχίας. Χρησιμοποιεί ψεύτικες, φανταστικές ιστορίες, αδύνατο να τεθούν προς έλεγχο, επιμέρους αλήθειες με τρόπο που να αμφισβητείται το σύνολο της αλήθειας μέσω της γενικής διάδοσης της πράξης της αμφισβήτησης δεδομένων. Η ακροδεξιά προπαγάνδα ικανοποιεί την ανάγκη ύπαρξης μιας ιδέας. Δεν ενδιαφέρεται για το είδος και την ποιότητά της αλλά αρκείται απλώς στην ικανοποίηση που προσφέρει απλώς ή ύπαρξή της. Έτσι, η ύπαρξη μιας πεποίθησης ανάγεται σε αυτοσκοπό και παρουσιάζεται ως κατάσταση ιδανικότερη σε σχέση με μια κατάσταση ανυπαρξίας. Η έλλειψη πολιτικών θέσεων με ουσία εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Η ύπαρξη μιας ιδέας αρκεί παρά τον περιεχομενικά κενό της χαρακτήρα.

Η αντιμετώπιση της «νέας ακροδεξιάς» δεν πρέπει να βασίζεται σε ηθικές επικλήσεις. Η επίκληση στις ιδέες του «ανθρωπισμού» δεν μπορεί να επιφέρει κανένα αποτέλεσμα παρά μόνο μια «αντι-ανθρωπιστική» στάση. Η αντίσταση στην ακροδεξιά αφορά περισσότερο σε μια προσπάθεια ανάδειξης των αντικειμενικών συμφερόντων των ατόμων που αποτελούν δυνάμει δέκτες της ακροδεξιάς προπαγάνδας, στην παρουσίαση του πραγματικού περιεχομένου των βασικών εννοιών με τις οποίες αυτή η προπαγάνδα εργάζεται. Το τί πραγματικά συνεπάγεται η καταστροφή, η στρατιωτικότητα, η πειθαρχία. Η αντίσταση είναι η αποφετιχοποίησή τους. Η δημιουργία ενός πλαισίου όπου το υποκειμενικό και το αντικειμενικό ταυτίζονται: δημιουργία της εκείνης συνείδησης των αντικειμενικών συμφερόντων του ατόμου που προκύπτουν από την αντικειμενική του κατάσταση, την αντικειμενική του θέση στον κόσμο του κεφαλαίου. Η έρευνα στα πλαίσια των Μελετών για την αυταρχική προσωπικότητα, ανέδειξε πολλές δυνατότητες μετασχηματισμού της συνείδησης των ατόμων: Για τον Αντόρνο, άτομα που διακατέχονταν από προκαταλήψεις και αυταρχισμό, ήταν πολιτικά και οικονομικά αντιδραστικά. Κατέληγαν να σχηματίζουν μια εντελώς διαφορετική συνείδηση όταν είχαν επίγνωση της υποβάθμισης των δικών τους συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίσταση στη «νέα ακροδεξιά», φαντάζει δύσκολη σε ένα διαφορετικό, σε σχέση με την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού, περιβάλλον, όπου το νομικό πλαίσιο αφενός καθιστά τα ακροδεξιά κινήματα υπόλογα σε μια δημοκρατική αρχή, και αφετέρου μετασχηματίζει την ίδια τη συμπεριφορά τους. Προκύπτει, δηλαδή, μια αντίφαση μεταξύ της πίστης στη δημοκρατία την οποία καλούνται να υιοθετήσουν στις εσωκομματικές ή ενδο-οργανωσιακές τους διαδικασίες, και του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των θέσεών τους. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, αυτό που παραμένει σημαντικό είναι η απόρριψη ενός τρόπου σκέψης που βλέπει την άνοδο της ακροδεξιάς ή που εντάσσει την ίδια την ακροδεξιά εντός του καπιταλιστικού της πλαισίου ανάπτυξης, με φυσικό τρόπο.. Αυτός ο τρόπος, οδηγεί στην παραίτηση, στην υποβάθμιση των δυνατοτήτων παρέμβασης, ριζικής παρέμβασης στην ιστορία, όχι ως παρατηρητές, αλλά ως ενεργά συστατικά της.

Related posts