«Χρονικά Αντισημιτισμού #02» Το αντισημιτικό πογκρόμ του 1891 στην Κέρκυρα

Κείμενο Shades Magazine

Συνεχίζουμε με μια νέα δημοσίευση της στήλης της ηλεκτρονικής περιοδικής έκδοσης του Shades, «Χρονικά Αντισημιτισμού». Η δεύτερη αυτή δημοσίευση αφορά το πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους το 1891 στην Κέρκυρα και, λίγο αργότερα, στη Λευκάδα και τη Ζάκυνθο. Θα εστιάσουμε στην παρουσίαση των γεγονότων και θα επιχειρήσουμε μια σύντομη ανάλυση των υλικών, θεωρητικών και πολιτικών τους προεκτάσεων. Για τη συγγραφή του κειμένου αξιοποιήσαμε στοιχεία και αποσπάσματα από υπάρχοντα άρθρα και μελέτες στο διαδίκτυο και στην ελληνική βιβλιογραφία, στις οποίες παραπέμπουμε στο τέλος.

Τα γεγονότα του 1891 στα τρία αυτά νησιά των Επτανήσων αποτελούν μία από τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας του ελληνικού αντισημιτισμού και διήρκεσαν αρκετές εβδομάδες. Ωστόσο παραμένουν σχεδόν απούσες από την επίσημη ιστοριογραφία, ενώ οι διαθέσιμες πηγές είναι μέχρι σήμερα ελάχιστες.

Ο ελληνικός αντισημιτισμός της περιόδου του πογκρόμ της Κέρκυρας ήταν πρωτίστως θρησκευτικός, χωρίς αυτό να αναιρεί τον ρόλο των υλικοοικονομικών συνθηκών μέσα στις οποίες εκδηλώθηκε. Σε πλήρη εναρμόνιση με τα πρότυπα του μεσαιωνικού αντισημιτισμού που κυριαρχούσε στη χριστιανική Ευρώπη, ο αντισημιτισμός των πρώτων δεκαετιών του νεοϊδρυθέντος ελληνικού αστικού κράτους ενσωμάτωνε το σύνολο της μυθολογίας γύρω από τον φανταστικό, διαχρονικό Εβραίο. Για τους χριστιανούς, οι Εβραίοι ήταν «θεοκτόνοι»· τα κείμενα των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας περιέχουν σκληρούς χαρακτηρισμούς [1] για αυτούς. Ο Εβραίος ταυτίζεται με τον Ιούδα, τον προδότη του Χριστού, εκείνον που τον παραδίδει στη σταύρωση.

Στο ίδιο ιδεολογικό μοτίβο εντάσσεται και το έθιμο του «καψίματος του Ιούδα», μια πρακτική που εφαρμόστηκε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας μέχρι και πρόσφατα — και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβιώνει έως σήμερα [2]. Η ταύτιση του Ιούδα με τον Εβραίο είναι απόλυτη σε αρκετές περιοχές, όπως σε χωριά της Θράκης ή στη Χαλκίδα. Επισήμως το έθιμο απαγορεύτηκε από τις ελληνικές αρχές μετά το πογκρόμ του 1891 στην Κέρκυρα, αλλά και νωρίτερα, με αφορμή την επίσκεψη του βαρώνου Rothschild το 1860.

Παρόλο που στη νεωτερικότητα, ιδίως τον 19ο αιώνα, η εχθρότητα προς τους Εβραίους άρχισε να θεμελιώνεται και σε δήθεν «επιστημονική» βάση μέσω της φυλετικής ψευδοεπιστήμης — κατά την οποία τα άτομα σημιτικής καταγωγής θεωρούνταν ότι ανήκουν σε κατώτερη φυλή — στην Ελλάδα ο φυλετικός αντισημιτισμός, αν και σταδιακά θα αναπτυχθεί, παραμένει ακόμη κυρίως θρησκευτικός. Παράλληλα εκφράζεται σε όλες τις περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας μέσα από τη λαϊκή τέχνη, την παράδοση, τα τραγούδια (ιδίως πολλά παραδοσιακά των Επτανήσων), τα παιδικά παραμύθια και άλλα πολιτισμικά στοιχεία.

Σε αυτό το ιδεολογικό περιβάλλον, αφορμή για το αντισημιτικό πογκρόμ στην Κέρκυρα αποτέλεσε μια «συκοφαντία αίματος». Τι είναι όμως η «συκοφαντία του αίματος»;

Από τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, με αφορμή δολοφονίες ή εξαφανίσεις — κυρίως παιδιών χριστιανικών οικογενειών, αλλά και ενίοτε ενηλίκων — οι Εβραίοι κατηγορήθηκαν, διώχθηκαν και συχνά δολοφονήθηκαν ως υπεύθυνοι. Συγκεκριμένα κατηγορούνταν ότι θυσίαζαν τα παιδιά και χρησιμοποιούσαν το αίμα τους για την παρασκευή άζυμου άρτου κατά το εβραϊκό Πάσχα. Η κατηγορία αυτή, γνωστή ως «συκοφαντία του αίματος» ή «λίβελος του αίματος», είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη, τα βασανιστήρια και τη δολοφονία εκατοντάδων ανθρώπων αποκλειστικά λόγω της θρησκείας τους.

— Το χρονικό του πογκρόμ στην Κέρκυρα

Ας δούμε τώρα πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα στην Κέρκυρα. Στις 2 Απριλίου 1891 βρέθηκε δολοφονημένο, σε μια

Δημοσίευμα της εποχής στον αγγλόφωνο τύπο για το πογκρόμ

γωνιά της οδού Παλαιολόγου κοντά στα «εβραϊκά», μέσα σε ένα σακί με πίτουρα και χορτάρια, ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι. Σύμφωνα με το ιατροδικαστικό πόρισμα, στο πτώμα δεν εντοπίστηκε ούτε μία σταγόνα αίματος. Επρόκειτο για τη Ρουμπίνα Σάρδα, Εβραιοπούλα και κόρη ενός Εβραίου ράφτη της πόλης. Η είδηση προκάλεσε άμεσα αναστάτωση στην κοινή γνώμη του νησιού.

Ο εισαγγελέας εφετών Μπνέσης, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαλεύκανση της υπόθεσης, έστρεψε εξαρχής όλη τη δραστηριότητά του προς την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Προχώρησε σε κατασχέσεις ιερών βιβλίων και γραφών της Συναγωγής, ανέκρινε μέλη της κοινότητας και, τελικά, συνέλαβε ακόμη και τους ίδιους τους γονείς της δεκαοκτάχρονης δολοφονημένης [3].

Οι Εβραίοι πίστευαν ότι πίσω από τη δολοφονία της δεκαοκτάχρονης Ρουμπίνας Σάρδα βρίσκονταν χριστιανοί κάτοικοι της πόλης, ενώ από την άλλη πλευρά οι χριστιανοί ήταν πεπεισμένοι ότι το έγκλημα είχε διαπραχθεί από Εβραίους. Ο εισαγγελέας και οι αστυνομικές αρχές αγνόησαν πλήρως το γεγονός ότι ο πατέρας της νεαρής είχε δηλώσει εγκαίρως την εξαφάνισή της στην Αστυνομία και είχε προσλάβει κήρυκα, προσφέροντας αμοιβή σε όποιον βοηθούσε στις έρευνες για τον εντοπισμό της.

Τα στοιχεία της υπόθεσης, το θρήσκευμα του θύματος και η απελπισμένη αναζήτηση από τον πατέρα της, όπως ήδη αναφέρθηκε, άφησαν αδιάφορη την τοπική κοινή γνώμη και τις αρχές. Για πολλούς, το έγκλημα ήταν εξαρχής μια «εβραϊκή πλεκτάνη» [4]. Οι ενέργειες των επίσημων αρχών έπεισαν ακόμη και τους πιο διστακτικούς ότι πίσω από τον φρικτό θάνατο κρυβόταν κάτι σκοτεινό, κάτι που δήθεν εκπορευόταν από το εσωτερικό της εβραϊκής κοινότητας. Έτσι δόθηκε, με τον πλέον επίσημο τρόπο, το έναυσμα για την εκδήλωση αντισημιτικών ταραχών. Παρά τις διαμαρτυρίες και τις διαβεβαιώσεις του αρχιραβίνου της Κέρκυρας, αλλά και του νομάρχη, πλήθος αφηγήσεων άρχισε να κυκλοφορεί. Στην τελική τους εκδοχή, το κορίτσι παρουσιαζόταν ως χριστιανή, την οποία ο «δήθεν πατέρας» της είχε κλέψει ή αγοράσει —ίσως από τα Γιάννενα— προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει σε εβραϊκές «ανθρωποθυσίες».

Στην αντισημιτική εκστρατεία προστέθηκε γρήγορα και ο επτανησιακός τύπος, όπως είχε συμβεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου πληθώρα εφημερίδων είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάδοση συκοφαντιών και στη στοχοποίηση των εβραϊκών κοινοτήτων. Ανάμεσα στις αντισημιτικές εφημερίδες βρισκόταν και εκείνη ενός επιφανούς πολιτικού παράγοντα της εποχής, του Ιάκωβου Πολυλά [5], ο οποίος εξέδιδε τη «Ρήγας ο Φεραίος – εφημερίς πολιτική και φιλολογική». Ο Πολυλάς, γεννημένος στην Κέρκυρα, υπήρξε βουλευτής και οπαδός του Χ. Τρικούπη.

Σύντομα, στα έντυπα με αντισημιτικούς λίβελους προστέθηκαν και εφημερίδες της Αθήνας, με ανταποκριτές στα Επτάνησα, που παρουσιάζονταν ως «ειδικοί» στις «εβραϊκές υποθέσεις».

Όταν έφτασε η στιγμή της ταφής, ο ραβίνος ενταφίασε τη δεκαοκτάχρονη στο εβραϊκό κοιμητήριο, σύμφωνα με τα εβραϊκά έθιμα. Την ημέρα της κηδείας, χριστιανοί λιθοβόλησαν τη συνοικία, ενώ ο τύπος συνέχιζε να φανατίζει το πλήθος με εμπρηστικά δημοσιεύματα. Οι χριστιανοί εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν ότι η Ρουμπίνα δεν ήταν Εβραία, επινοώντας ακόμη και το παρακάτω στιχάκι για να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν είναι αμαρτία
σε κοιμητήριο οβρέικο να κείτεται η Μαρία;»

Η βία συνεχίστηκε ανεξέλεγκτα, οδηγώντας στη δολοφονία περίπου 25 Εβραίων. Οι Εβραίοι αποκλείστηκαν στη συνοικία τους, όπου εκδηλώθηκε και λιμός. Η αστυνομία και ο στρατός αναγκάστηκαν να περικυκλώσουν και να αποκλείσουν την εβραϊκή συνοικία, προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση και να περιοριστεί η φρενίτιδα. Ξένες στρατιωτικές δυνάμεις από την Αυστρία και τη Γαλλία αποβιβάστηκαν στο νησί για να σταματήσουν τις βιαιοπραγίες [6].

Σιγά-σιγά αναμείχθηκαν στην υπόθεση και οι πολιτικοί, καθώς πλησίαζαν οι εκλογές του Ιουλίου του 1891. Οι

Παλιά φωτογραφία της Εβραϊκής συνοικίας. πηγή abravanel

Τρικουπικοί, στους οποίους ανήκαν ο Ιάκωβος Πολυλάς και ο πολιτικός Γεώργιος Θεοτόκης, επέρριπταν τις ευθύνες στους Εβραίους, ενώ οι Δηλιγιαννικοί κατηγορούσαν με τη σειρά τους τους Τρικουπικούς για εκφοβισμό. Οι τελευταίοι ισχυρίζονταν ότι το αντίπαλο στρατόπεδο, προκειμένου να εξασφαλίσει εβραϊκές ψήφους στις επικείμενες εκλογές, κάλυπτε τους «Εβραίους δολοφόνους» και τους υποτιθέμενους συνεργούς τους. Κάθε παράταξη υποστήριζε τις δοξασίες της με ολοένα πιο ακραία επιχειρήματα, οξύνοντας δραματικά το κλίμα. Οι ταραχές γενικεύτηκαν σε όλη την Επτάνησο και την ίδια περίοδο σημειώθηκαν ανάλογα έκτροπα και στη Ζάκυνθο, με πέντε νεκρούς.

Ένα δημοσίευμα του Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο, Ιωάννη Γενναδίου, ο οποίος κατηγορούσε ανοιχτά τους Κερκυραίους για αντισημιτισμό και απαράδεκτη συμπεριφορά, τέντωσε το σχοινί ακόμη περισσότερο: «…Η εν Ελλάδι κατάστασις διεταράχθη σκληρώς υπό των Ιονίων ημών αδελφών, οίτινες ούτως ανέμνησεν ημάς, ότι η μεσαιωνική ενετική παράδοσις δεν απεσβέσθη εν Επτανήσω». Οι βανδαλισμοί και οι ωμότητες συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα να γίνει και το εξής παράδοξο: το σημαντικότερο ζήτημα, δηλαδή η ανεύρεση του δολοφόνου της Ρουμπίνας Σάρδα, εγκαταλείφθηκε πλήρως. Ο δολοφόνος δεν τιμωρήθηκε ποτέ, παρότι το έγκλημα αποτέλεσε την αφορμή για τον θάνατο πολλών ακόμη ανθρώπων.

Όπως βλέπουμε, το πολιτικό κατεστημένο της εποχής αξιοποίησε τους Εβραίους είτε ως «αποδιοπομπαίο τράγο» εναρμονισμένο με το «λαϊκό αίσθημα», είτε ως δεξαμενή ψηφοφόρων και μοχλό πολιτικής υποστήριξης, εμφανιζόμενο κατά περίπτωση με δήθεν «φιλοσημιτικές» ανησυχίες.

Αντί Επιλόγου

Οι Εβραϊκές κοινότητες των Επτανήσων αποτελούνταν κυρίως από Ρομανιώτες, Σεφαραδίτες και Πουλιέζους, δηλαδή Εβραίους με καταγωγή από την Πούλια. Στην Κέρκυρα, οι Εβραίοι είχαν υποστεί τον αντισημιτισμό της ενετικής περιόδου, με τον περιορισμό τους σε γκέτο στα πρότυπα της Βενετίας και με μέτρα όπως η απαγόρευση ιδιοκτησίας γης. Το 1864, οι Εβραϊκές κοινότητες υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την ένωση των Ιονίων νήσων με την Ελλάδα, θεωρώντας ότι το νέο κράτος θα τους αντιμετώπιζε διαφορετικά. Τον ενθουσιασμό αυτόν, όμως, δεν τον συμμεριζόταν το χριστιανικό στοιχείο – ούτε, όπως είδαμε, ένα μεγάλο μέρος του αστικού πολιτικού προσωπικού.

Το αντισημιτικό πογκρόμ του 1891 στα Επτάνησα καταλαμβάνει μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα εκατοντάδες ιστορικά παραδείγματα αντισημιτισμού στην Ελλάδα· παραδείγματα που η επίσημη εθνική αφήγηση του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους ξέρει καλά να αποσιωπά ή να δικαιολογεί. Αυτός είναι και ο λόγος που, από τη δική μας πλευρά, δεν πρέπει να σταματήσουμε να μελετούμε τις πηγές και να διασταυρώνουμε τα ελάχιστα στοιχεία που φέρνουν τέτοιες ιστορικές στιγμές στην επιφάνεια.

Η εξερεύνηση αυτών των ιστορικών τεκμηρίων είναι περισσότερο από αναγκαία για την κατάρριψη των μύθων ότι «δεν υπάρχει πρόβλημα αντισημιτισμού στην Ελλάδα». Για να κατανοήσουμε το σήμερα, οφείλουμε με ανοιχτό, διακριτικό και διαλεκτικό πνεύμα να ερευνούμε το παρελθόν.

 

Παραπομπές:

[1]  Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου “Ο Άλλος Εν Διωγμώ”: η εικόνα του Εβραίου στη Λογοτεχνία, Ζητήματα Ιστορίας και Μυθοπλασίας” εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 1998 σελ. 25

[2] Ένα βίντεο με το κάψιμο του Ιούδα στο νησί της Σαντορίνης δείτε εδώ

[3] Δείτε και σχετικές πληροφορίες εδώ: http://www.corfuhistory.eu/?p=2429

[4] Δείτε σχετικό άρθρο και εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/17/corfupogrom/

[5] Ένα σύντομο βιογραφικό για το ποιος ήταν ο Ιάκωβος Πολυλάς, δείτε δημοσίευση του ελληνικού wikipedia εδώ

[6] Δείτε και δημοσίευση από την σελίδα Μηχανή του Χρόνου εδώhttp://www.mixanitouxronou.gr/to-koritsaki-pou-vrethike-katakreourgimeno-mesa-se-saki-stin-kerkira-itan-i-aformi-gia-na-xespasoun-episodia-metaxi-evreon-ke-christianon-30-atoma-dolofonithikan-kata-tis-agries-taraches/

[7] Δες πιο κάτω στην ίδια δημοσίευση της σελίδας Μηχανή του Χρόνου

Related posts

One Thought to “«Χρονικά Αντισημιτισμού #02» Το αντισημιτικό πογκρόμ του 1891 στην Κέρκυρα”