Μικρό εισαγωγικό του Shades
Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε στις 28 Απριλίου 1902 από τον Franz Mehring, ιστορικό και θεωρητικό της αριστερής πτέρυγας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και έναν από τους θεωρητικούς του KPD αργότερα, λίγες ημέρες μετά την ήττα της γενικής απεργίας του προλεταριάτου στο Βέλγιο για την καθολική ψηφοφορία. Η απεργία, με πάνω από 300.000 συμμετέχοντες, είχε ξεκινήσει υπό την πίεση των ανθρακωρύχων της Βαλλονίας και κηρύχθηκε επίσημα από το Βελγικό Εργατικό Κόμμα, το οποίο όμως δίσταζε και φοβόταν να χάσει τον έλεγχό της. Στις 18 Απριλίου το κοινοβούλιο απέρριψε το αίτημα, η Πολιτοφυλακή άνοιξε πυρ εναντίον διαδηλωτών στη Λουβαίν, σκοτώνοντας έξι, και στις 20 Απριλίου το κόμμα διέταξε την παύση της απεργίας. Ο Mehring γράφει με αφορμή την Πρωτομαγιά εκείνης της χρονιάς και χρησιμοποιεί την ήττα για να ασκήσει κριτική στη σοσιαλδημοκρατική τακτική του συμβιβασμού με τους φιλελεύθερους.
Έναν αιώνα και κάτι μετά, το κείμενο αυτό του Mehring μπορεί να διαβαστεί και σαν σχόλιο με θέμα την σημερινή συγκυρία. Στην Ευρώπη, μαζικά κινήματα, όπως αυτό για τη στέγη στην Ισπανία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, οι εργατικές διαδηλώσεις στις Βρυξέλλες των τελευταίων ημερών, γεννιούνται από τα κάτω και συναντούν παρόμοια προβλήματα. Το αστικό κοινοβουλευτικό παιχνίδι της ανάθεσης σε κόμματα όπως αυτό του Μελανσόν, τους «συνετούς» διαχειριστές της ήττας των υποταγμένων συνδικάτων, την ελπίδα ότι οι φιλελεύθεροι «μεσολαβητές» θα σταθούν στο πλευρό των υποτελών τάξεων που βιώνουν μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις από το τέλος του β’ παγκοσμίου πολέμου και μετά. Την ίδια στιγμή ο ευρωπαϊκός νεο-φασισμός αποκτά εκλογική δύναμη, όπως στη Σαξονία-Άνχαλτ και παντού στην Ευρώπη. Η πρόσκληση να συμπαραταχθεί η εργατική τάξη με το «δημοκρατικό» κέντρο ακούγεται ξανά ως η πιο φυσική λύση. Ο Mehring μας υπενθυμίζει ότι η ήττα δεν προκύπτει μόνο από τη δύναμη του αντιπάλου, αλλά και από τη λάθος τακτική και τις δικές μας αδυναμίες.
Ένα θερμό ευχαριστώ στον σύντροφο Μ. που μας έστειλε το κείμενο
– ΜΙΑ ΖΟΦΕΡΗ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΜΑΗ, FRANZ MEHRING –
Στη μάχη για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου δεν υπάρχει ίσως κανένα άλλο φαινόμενο που να προκαλεί τόσο αλληλοσυγκρουόμενες γνώμες όσο η διεθνής γιορτή της πρωτομαγιάς. Άλλοι την θεωρούνε οξύ και δυναμικό όπλο· άλλοι είναι πιο μετριοπαθείς· δεν είναι λένε τίποτε άλλο παρά μια ημέρα ξεκούρασης, διασκέδασης και παρηγοριάς, μια μεγάλη οικογενειακή γιορτή, ή και μια φιλική συγκέντρωση της εργατικής τάξης γύρω από ένα φλυτζάνι τσάι.
Θ’ αποτελούσε μπουρζουάδικη κουτοπονηριά να τονίσουμε ότι η αλήθεια βρίσκεται ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις. Η πρωτομαγιά μπορεί να ‘ναι το ένα ή το άλλο απ’ αυτά τα δυο άκρα, ή ακόμη ένα ενδιάμεσο ανάλογα με τον χρόνο και τις συνθήκες, απ’ τα οποία εξαρτάται όπως και κάθε άλλη πολιτική εκδήλωση. Μπορεί να ‘χει και έχει για την εργατική τάξη μιας ορισμένης χώρας πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι για την εργατική τάξη μιας άλλης, αλλά ο χαρακτήρας της και η έννοιά της αλλάζουν με τον καιρό ακόμη και για το προλεταριάτο της ίδιας χώρας. Ο Γκαίτε είπε ότι ο ενθουσιασμός δεν είναι μια ρέγκα που μπορεί κανείς να την κάνει καπνιστή και να την διατηρήσει για πολλά χρόνια. Τίποτε πιο φυσικό και πιο αναπόφευκτο απ’ το να μη προκαλεί ο ερχομός της πρωτομαγιάς πάντα τον ίδιο ενθουσιασμό, απ’ το να γιορτάζεται η γιορτή της εργασίας άλλοτε πανηγυρικά κι’ άλλοτε πιο ήσυχα.
Σύμφωνα με μια άλλη φράση του Γκαίτε τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο ν’ αντιμετωπίσει κανείς απ’ ό,τι μια σειρά από καλές ημέρες, κι’ ίσως η σχετικά μεγάλη περίοδος της βιομηχανικής άνθησης να χει συντείνει ώστε να θεωρείται η πρωτομαγιά, κι’ αρκετά δίκαια επιφανειακά, σαν μια ευχάριστη οικογενειακή γιορτή. Όμως εφέτος, η ατμόσφαιρα σκοτείνιασε κι’ οι γερμανοί εργάτες αναγκάστηκαν περισσότερο από ποτέ να κατανοήσουν την ιστορική της σημασία. Προσβλήθηκαν από μια καταστρεπτική κρίση της παγκόσμιας αγοράς και μολονότι τέτοιες κρίσεις κανονικά οξύνουν την επαναστατική ορμή του διεθνούς επαναστατικού κινήματος, δεν συνέβηκε κάτι τέτοιο. Όμως το πρώτο ξέσπασμα αυτής της επαναστατικής ορμής κατάληξε σε μια θλιβερή ήττα του προλεταριάτου: λέμε θλιβερή γιατί το προλεταριάτο είναι το ίδιο υπεύθυνο, και γιατί αυτή η ήττα θα ρίξει τη θλιβερή σκιά της στην πρωτομαγιά παντού όπου οι σημερινοί εργάτες θα συγκεντρωθούν για να την γιορτάσουν.
Αν, πριν λίγες μέρες, εκφράσαμε το φόβο ότι το επιφανειακά αβλαβές παιχνίδι των φιλελεύθερων μεσολαβητών αποδείχνεται πιο επικίνδυνο για τους εργάτες του Βελγίου απ’ ό,τι οι μέθοδες βίας της κληρικής αντίδρασης, επιτρέποντας στον εαυτό μας να ελπίζει ότι οι μεσολαβητές αυτοί θα σαρώνονταν μόλις άρχισε η μάχη, μόνον οι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν κι’ όχι οι ελπίδες μας. Οι βέλγοι σύντροφοί μας, ή καλύτερα οι αρχηγοί τους, αφέθηκαν να εξαπατηθούν από τα γλυκόλογα των φιλελεύθερων υποκριτών· σε διάστημα 100 ωρών παρουσίασαν το ελάχιστα παρήγορο θέαμα του να διατάξουν πρώτα τη γενική απεργία και μετά να την σταματήσουν. Όλες οι ωραίες φράσεις που διαλαλούνε ότι η νίκη στον αγώνα για την καθολική ψηφοφορία δεν χάθηκε αλλά απλώς περιορίστηκε, δεν αλλάζουν τίποτα στον θλιβερό χαρακτήρα μιας τέτοιας αποτυχίας που δεν έχει την όμοιά της απ’ την εποχή της δράσης της Α΄ Διεθνούς γύρω στα 1860, στα χρονικά του μαχόμενου προλεταριάτου.
Χωρίς αμφιβολία η εργατική τάξη έχει ήδη υποστεί βαρύτερες και πιο καταστρεπτικές ήττες· απ’ αυτή την άποψη κάθε άλλο παρά υπερεκτιμάμε μ’ οποιοδήποτε τρόπο τα γεγονότα του Βελγίου. Η περιορισμένη έκταση αυτής της μικρής χώρας είναι φυσικό ότι δεν θα δει αποφασιστικές συγκρούσεις, μέσα στα πλαίσια της μάχης για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου. Αν οι βέλγοι σύντροφοι πετύχουν την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας σήμερα, ή σε λίγα χρόνια, ή ποτέ, λίγο επηρεάζεται η πορεία των πραγμάτων. Όμως υπάρχουν για την εργατική τάξη ήττες και ήττες ανάλογα με το αν η μάχη αποφεύχθηκε έντιμα και δικαιολογημένα, ή διακόπηκε πρόωρα μέσα σε μια βλακώδη τύφλωση: οι πρώτες ενθαρρύνουν τους νικημένους αγωνιστές και τους οπλίζουν για τις μελλοντικές νίκες, οι δεύτερες εκνευρίζουν και αποδιοργανώνουν για πολύ καιρό ολόκληρο το εργατικό κίνημα.
Απ’ αυτή την άποψη, δεν πρέπει λοιπόν ούτε να υποτιμάει κανείς τα γεγονότα του Βελγίου, κι’ ακόμη περισσότερο δεν πρέπει ν’ αποφεύγει να τα κριτικάρει με την πρόφαση ότι δεν πρέπει ν’ ανακατεύεται κανείς στις υποθέσεις ενός αδερφού κόμματος. Οι βέλγοι εργατικοί ηγέτες όχι μόνο ζήτησαν απ’ όλους τους ευρωπαίους εργατικούς ηγέτες να τους υποστηρίξουν στον αγώνα τους —πράγμα που ‘ταν φυσικά καθήκον τους και δικαίωμά τους— για να ευοδωθεί η προσπάθειά τους, αλλά κι’ ολόκληρη η λανθασμένη τακτική τους—κι’ αυτό είναι που μπορεί να τους αναγνωρίσει κανείς σαν ελαφρυντικό—κάθε άλλο παρά όντας ειδικά βέλγικο κακό, αποτελεί ευρωπαϊκό κακό. Η τάση να απαρνηθούν την παλιά κι’ έντιμη επαναστατική τακτική του συνειδητού προλεταριάτου, αυτήν την τακτική που εμπνέεται αποκλειστικά απ’ τα συμφέροντα της χειραφέτησης της εργατικής τάξης και που δεν ξεχνάει ούτε στιγμή ότι υπάρχουν στον κόσμο μόνο δεδηλωμένοι εχθροί και άσπονδοι φίλοι, και να κάνουν ειρήνη με τον καθένα, να εμπιστεύονται την εντιμότητα και την καλή θέληση των φιλελεύθερων, και ν’ ανταλλάζουν κρυφές ματιές από διακριτική απόσταση, έχει προσβάλει λίγο-πολύ όλα τα ευρωπαϊκά κόμματα γι’ αυτό στις Βρυξέλλες δικαιολογημένα και λογικά αυτή η τακτική γελοιοποιήθηκε στα μάτια όλης της Ευρώπης.
Είναι εξίσου λογικό και δικαιολογημένο ότι σήμερα τα όργανα αυτού του ίδιου φιλελευθερισμού για χάρη του οποίου οι βέλγοι εργατικοί ηγέτες άφησαν ν’ αποτύχει η εκστρατεία για την καθολική ψηφοφορία, κάνουν τον μεγαλύτερο θόρυβο γύρω απ’ την τεράστια ήττα της βέλγικης σοσιαλδημοκρατίας. Δεν βλέπουμε κανένα πλεονέκτημα στο ν’ αρνηθούμε αυτή την ήττα με καλοφτιαγμένους λόγους που απλώς δείχνουν ότι άμα αρχίσει κανείς να μεταχειρίζεται το αλφάβητο των φιλελεύθερων πρέπει να το κάνει απ’ το Α ως το Ω. Ένας ειδικός ανταποκριτής ορισμένων εφημερίδων του κόμματος, που χαρακτήριζε τους βέλγους εργατικούς ηγέτες σαν «αξιοθαύμαστους άντρες», σ’ ένα στυλ που ο τύπος του κόμματός μας συνήθιζε να θεωρεί μέχρι σήμερα σαν μια ελάχιστα ζηλευτή ιδιοτυπία της Berliner Tageblatt και της Lokal Anjeiger, ανάλαβε να μας κάνει γνωστούς τους λόγους της τακτικής τους μετά από «βαθιές συνομιλίες». Να τα επιχειρήματά τους: ήταν πολύ εύκολο να εξαπολυθεί ένας «εμφύλιος πόλεμος» — αυτή είναι η «επίσημη» έκφραση για την επανάσταση — και να εκδιωχτεί ο βασιλιάς του Βελγίου. Έτσι όμως θα ‘χαν πετύχει περισσότερα απ’ την καθολική ψηφοφορία, κι’ αυτό «επιπλέον» θα ‘ταν βλαβερό γιατί «αν κανείς εξαπολύσει εμφύλιο πόλεμο, δεν μπορεί αυτό να καταλήξει παρά στην εγκατάσταση της κοινωνικής δημοκρατίας. Όμως οι βέλγοι σύντροφοι συνετοί και προικισμένοι με μια αξιοσημείωτη αίσθηση των ευθυνών έκριναν ότι το βέλγικο προλεταριάτο δεν ήταν ακόμη ώριμο». Εξάλλου σε περίπτωση που θα διωχνόταν ο βασιλιάς του Βελγίου θα ‘ταν πιθανή μια ξένη στρατιωτική επέμβαση, αν όχι βέβαιη, και οι πρωσσικές και γαλλικές ξιφολόγχες θα συντρίβανε το βέλγικο προλεταριάτο. Για να πετύχει την καθολική ψηφοφορία το προλεταριάτο πρέπει λοιπόν ν’ απαρνηθεί τη γενική απεργία που θα μπορούσε πολύ εύκολα να καταλήξει σ’ «εμφύλιο πόλεμο» μ’ όλες τις ολέθριες συνέπειες.
Αυτά τα ασυνάρτητα πράγματα τα βρίσκει κανείς στη Vorwaerts της 23ης τ’ Απρίλη 1902, αλλά πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η σύνταξη του κεντρικού μας οργάνου διατηρεί σαφείς επιφυλάξεις. Μολαταύτα από άποψη ιστορίας του πολιτισμού παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον σαν προλεταριακή εκδήλωση του έτους 1902, γιατί ξανασυναντάει κανείς σ’ αυτά όλες τις «επίσημες» απόψεις των φιλελεύθερων υπουργών του 1848: τα ωραία επαναστατικά λόγια που σταματάνε με σεβασμό μπροστά στα σκαλοπάτια του θρόνου, τα λόγια κοινωνικής δημοκρατίας που εγκαθίσταται και πραγματοποιείται αμέσως μόλις ένα άθλιο μηδενικό, ο μονάρχης, διωχτεί απ’ τη χώρα, επίσης ανθρώπους «συνετούς» εμπνεόμενους από «αίσθημα ευθύνης» που κρίνουν ότι ο λαός δεν είναι «ακόμη ώριμος» για ν’ απολαύσει ελευθερία, και τέλος ξένους άρπαγες που απειλούν να κατασπαράξουν τον νεοσσό της ελευθερίας μόλις τολμήσει να τιτιβίσει. Σ’ αυτό το περίφημο άρθρο, ο βασιλιάς Λεοπόλδος μεγαλοποιείται μέχρι που γίνεται ένα είδος μαμμούθ ενάντια στον κατακλυσμό· ενσαρκώνει ολόκληρη την αστική κοινωνία, που θα εξαφανιζόταν μαζί του χωρίς ν’ αφήσει ίχνη κι’ αποτελεί έναν τόσο πολύτιμο εκπρόσωπο του μοναρχικού επαγγέλματος που η γαλλική δημοκρατία για να τον παλινορθώσει δεν θα σταμάταγε ούτε μπροστά στον παγκόσμιο πόλεμο που θα συνόδευε τη στρατιωτική κατοχή του ουδέτερου Βελγίου.
Το Peuple, όργανο του κόμματος στις Βρυξέλλες, προβάλλει τα ίδια επιχειρήματα με μερικές εφημερίδες του γερμανικού κόμματος. Το προηγούμενο Σάββατο, εκδηλωνόταν ακόμη με εξαιρετική ένταση υπέρ της γενικής απεργίας, και μετά δυο ημέρες, τη Δευτέρα, σήκωνε με την ίδια ορμή τη σημαία της υποχώρησης. Το Peuple εκφράζει κι’ αυτό την υποστήριξή του στο βασιλιά Λεοπόλδο: «Ο βασιλιάς δεν θα κηρυχτεί ολοκληρωτικά αλληλέγγυος μ’ αυτή την καταστροφική πολιτική». Αυτό που ‘ναι ιδιότυπο σε μια τόσο διορατική πολιτική, είναι ότι πρέπει να επωφελείται από καθετί· στις εκφράσεις τους το Peuple κι’ ο ειδικός ανταποκριτής ξεκινάνε σχετικά με το βασικό θέμα από εντελώς αντίθετες απόψεις. Ενώ ο μεν διακηρύχνει ότι θα ‘πρεπε να μάχονται υποχωρώντας, γιατί αλλιώς η βασιλεία θα μπορούσε ν’ ανατραπεί με μια απλή υπερβολή των δυνάμεων και κατά κάποιον τρόπο τυχαία, να πώς δικαιολογεί το Peuple την υποχώρηση: «Οι εργάτες θα καταλάβουν ότι το ιερό μας κι’ επιτακτικό καθήκον ήταν να μην απαιτήσουμε απ’ αυτούς ανώφελες θυσίες αφότου η κυβέρνηση έδειξε ότι ήταν αποφασισμένη να μην παραχωρήσει τίποτα και να μην αλλάξει γνώμη ούτε απ’ τη μιζέρια του λαού ούτε απ’ τις αιματηρές θυσίες». Ο μεν μάχεται υποχωρώντας για να μην ανατρέψει την κυβέρνηση κατά λάθος, και μάχεται υποχωρώντας γιατί η κυβέρνηση μένει ακλόνητη. Αλλά γιατί να ψάχνουμε για δικαιολογίες αφού όλοι λένε ν’ αγωνίζονται υποχωρώντας;
Η μόνη παρηγοριά σ’ αυτή τη θλιβερή υπόθεση υπήρξε η στάση του βέλγικου προλεταριάτου, το οποίο, γεμάτο από επαναστατική ορμή και έτοιμο για κάθε προσπάθεια και για κάθε θυσία, δεν έχασε το παιχνίδι παρά εξαιτίας της λανθασμένης τακτικής των αρχηγών του. Φυσικά, δεν μπορεί να καταλογίσει κανείς στους αρχηγούς του κακή πρόθεση, αλλά στην πολιτική οι ευγενικές προθέσεις δεν δικαιολογούν την αποτυχία, και όταν, όπως στο Βέλγιο, μια λανθασμένη τακτική καταλήγει σε μια τόσο θλιβερή και επίπονη ήττα παρόλο που είχε πίσω της ευγενικά κίνητρα, πρέπει να την καταπολεμήσει κανείς ακόμη πιο αλύπητα. Πρέπει κανείς να κρίνεται ανάλογα με τ’ αποτελέσματα των ενεργειών του, κι’ η βέλγικη εκστρατεία για την καθολική ψηφοφορία έδειξε με το παραπάνω τ’ αποτελέσματα του οπορτουνισμού» και του «ρεβιζιονισμού» μ’ άλλα λόγια αυτής της περίφημης μεθόδου στην οποία δίνουν τόσο ονόματα και που νομίζει ότι μπορεί να πηγαίνει πιο γρήγορα ζεύοντας τα άλογα πίσω απ’ το αμάξι.
Η πρωτομαγιά αυτού του χρόνου φαίνεται ζοφερή, αλλ’ αυτό δεν είναι λόγος να γίνει αιτία δυστυχίας για μας. Αντίθετα θα ‘ναι ιδιαίτερα προφυλαγμένη απ’ τον κίνδυνο μιας απερίσκεπτης διάλυσης, θα ‘ναι μια εκδήλωση πολύ πιο αποτελεσματική όχι μόνο για την ημέρα των 8 ωρών, κι’ ενάντια στο μιλιταρισμό, αλλά και για την παλιά και τίμια επαναστατική τακτική, που δεν φλερτάρει με κανένα, φροντίζει αποκλειστικά για τα συμφέροντα του προλεταριάτου και η οποία βοήθησε πάντα το κόμμα στα πιο βραχώδη μονοπάτια ενώ τα επιφανειακά ανθισμένα λιβάδια του συμβιβασμού κρύβουν πάντα απύθμενους γκρεμούς.
(28 τ’ Απρίλη 1902)