Στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (1852), ο Μαρξ αναλύει το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και την ανάδυση μιας εκτελεστικής εξουσίας που εμφανίζεται να αυτονομείται από τις αντιμαχόμενες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Μέσα από την ανάλυση μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, θέτει ερωτήματα που παραμένουν κρίσιμα για την κριτική της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας:

Πώς συγκροτείται η πολιτική εξουσία; Ποιες κοινωνικές σχέσεις και ταξικοί ανταγωνισμοί διαμεσολαβούνται μέσα από το κράτος; Πώς είναι δυνατόν η κρατική εξουσία να εμφανίζεται ως αυτοτελής δύναμη, υπεράνω της κοινωνίας, ενώ εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της κοινωνικής ολότητας;

Δύο δημοσιεύσεις με αποσπάσματα

1)

Η ομάδα αυτή είχε αποτελέσει στο καθεστώς της αστικής μοναρχίας του Λουδοβίκου Φιλίππου την επίσημη δημοκρατική αντιπολίτευση και συνεπώς ένα αναγνωρισμένο, συστατικό μέρος του τότε πολιτικού κόσμου. Είχε τους αντιπροσώπους της στις βουλές και σημαντική σφαίρα επιρροής στον Τύπο. Το παρισινό όργανό της, τη Νασιονάλ, το θεωρούσανε στο είδος του τόσο αξιοσέβαστο, όσο και τη Ζουρνάλ ντε Ντεμπά. Ο χαρακτήρας της αντιστοιχούσε στη θέση που είχε μέσα στη συνταγματική μοναρχία. Δεν ήταν μια ομάδα της αστικής τάξης, που τη συνδέανε μεγάλα κοινά συμφέροντα και που την ξεχώριζαν από τις άλλες ομάδες ιδιαίτερες συνθήκες παραγωγής. Ηταν μια κλίκα από φιλοδημοκρατικούς αστούς – συγγραφείς, δικηγόρους, αξιωματικούς και δημόσιους υπαλλήλους – που η επιρροή τους στηριζότανε στις προσωπικές αντιπάθειες της χώρας κατά του Λουδοβίκου Φιλίππου, στη θύμηση της παλιάς δημοκρατίας, στη δημοκρατική πίστη μερικών ονειροπόλων και πριν απ’ όλα στο γαλλικό εθνικισμό, που τον κρατούσε συνεχώς άγρυπνο το μίσος του ενάντια στις συνθήκες της Βιέννης και τη συμμαχία με την Αγγλία. Ενα μεγάλο μέρος των οπαδών που είχε η Νασιονάλ την εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου το χρωστούσε σε τούτο τον κρυφό αυτοκρατορισμό, που αργότερα, στο καθεστώς της δημοκρατίας, μπόρεσε γι’ αυτό το λόγο να της αντιπαραταχθεί σαν ένας ολέθριος ανταγωνιστής στο πρόσωπο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Καταπολεμούσε την αριστοκρατία του χρήματος, όπως το έκανε όλη η υπόλοιπη αστική αντιπολίτευση. Η πολεμική ενάντια στον προϋπολογισμό, που στη Γαλλία ήταν συνδεμένη ακριβώς με την πάλη ενάντια στην αριστοκρατία του χρήματος, της εξασφάλιζε μια τόσο φτηνή δημοτικότητα και τόσο πλούσια ύλη για πουριτανικά κύρια άρθρα, που δεν μπορούσε να μην τα εκμεταλλευτεί. Η βιομηχανική αστική τάξη την ευγνωμονούσε γιατί υποστήριζε δουλόπρεπα το γαλλικό προστατευτικό τελωνειακό σύστημα που το παραδεχόταν ωστόσο περισσότερο για εθνικούς λόγους παρά για λόγους οικονομικούς. Την ευγνωμονούσε και το σύνολο της αστικής τάξης για τις συκοφαντίες της ενάντια στον κομμουνισμό και το σοσιαλισμό. Κατά τα άλλα, το κόμμα της Νασιονάλ ήταν καθαρά δημοκρατικό, δηλαδή ζητούσε μια δημοκρατική αντί μια μοναρχική μορφή της αστικής κυριαρχίας και πριν απ’ όλα τη μερίδα του λέοντος σ’ αυτή την κυριαρχία. Οσο για τους όρους αυτής της αλλαγής, δεν τους είχε καθόλου ξεκαθαρίσει στον εαυτό της. Αντίθετα, εκείνο που έβλεπε ολοκάθαρα και που έγινε δημόσια γνωστό στα μεταρρυθμιστικά συμπόσια τις τελευταίες μέρες του Λουδοβίκου Φιλίππου ήταν η αντιδημοτικότητά της ανάμεσα στους δημοκράτες μικροαστούς και ιδιαίτερα στο επαναστατικό προλεταριάτο. Αυτοί οι πούροι δημοκράτες, όπως είναι άλλωστε όλοι οι πούροι δημοκράτες, ήταν κιόλας έτοιμοι να ικανοποιηθούν στην αρχή με την αντιβασιλεία της δούκισσας της Ορλεάνης, όταν ξέσπασε η επανάσταση του Φλεβάρη, που πρόσφερε στους πιο γνωστούς εκπροσώπους τους μια θέση στην προσωρινή κυβέρνηση. Οι εκπρόσωποί τους είχαν φυσικά από την αρχή την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης και την πλειοψηφία της συνταχτικής εθνοσυνέλευσης. Τα σοσιαλιστικά στοιχεία της προσωρινής κυβέρνησης αποκλείστηκαν αμέσως από την εκτελεστική επιτροπή που σχημάτισε η εθνοσυνέλευση στην πρώτη της σύνοδο και το κόμμα της Νασιονάλ χρησιμοποίησε την έκρηξη της εξέγερσης του Ιούνη για να αποπέμψει και την ίδια την εκτελεστική επιτροπή και ν’ απαλλαγεί έτσι από τους άμεσους αντιπάλους του, από τους μικροαστούς ή δημοκράτες ρεπουμπλικάνους (Λεντρί – Ρολέν κλπ.). Ο Καβενιάκ, ο στρατηγός του αστικού δημοκρατικού κόμματος που είχε διευθύνει τη μάχη του Ιούνη, αντικατάστησε την εκτελεστική επιτροπή ασκώντας ένα είδος δικτατορικής εξουσίας. Ο Μαράστ, παλιός αρχισυντάχτης της Νασιονάλ, έγινε ο μόνιμος πρόεδρος της συνταχτικής εθνοσυνέλευσης και οι πούροι δημοκράτες πήρανε τα υπουργεία, καθώς και όλες τις άλλες σημαντικές θέσεις.

Η δημοκρατική ομάδα των αστών, που από καιρό θεωρούσε τον εαυτό της νόμιμο κληρονόμο της μοναρχίας του Ιούλη, νόμισε ότι έχει ξεπεράσει τα ιδανικά της, με τη διαφορά ότι έφτασε στην εξουσία όχι όπως το ονειρεύτηκε τον καιρό του Λουδοβίκου Φιλίππου, με μια φιλελεύθερη εξέγερση της αστικής τάξης ενάντια στο θρόνο, μα ύστερα από μια στάση του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο, μια στάση που καταπνίγηκε με κανονιές. Εκείνο που είχε φανταστεί σαν το πιο επαναστατικό γεγονός ξετυλίχτηκε στην πραγματικότητα σαν το πιο αντεπαναστατικό. Ο καρπός της έπεσε στην ποδιά, μα έπεσε από το δέντρο της γνώσης, κι όχι από το δέντρο της ζωής…

2)

…Είδαμε ότι η κυβέρνηση που εγκαθίδρυσε ο Βοναπάρτης στις 20 του Δεκέμβρη 1848 τη μέρα της ανόδου του, ήταν μια κυβέρνηση του κόμματος της τάξης, του συνασπισμού των νομιμοφρόνων και των ορλεανικών. Αυτή η κυβέρνηση Μπαρρό-Φαλλού είχε ζήσει περισσότερο από τη δημοκρατική συνταχτική συνέλευση, που τη διάρκεια της ζωής της την είχε συντομέψει λίγο-πολύ βίαια και εξακολουθούσε να βρίσκεται ακόμα στο πηδάλιο. Ο Σανγκαρνιέ, ο στρατηγός των συνασπισμένων βασιλικών, εξακολουθούσε να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τη γενική διοίκηση της πρώτης μεραρχίας του στρατού και της εθνοφυλακής του Παρισιού. Τέλος, οι γενικές εκλογές είχαν εξασφαλίσει στο κόμμα της τάξης τη μεγάλη πλειοψηφία της εθνοσυνέλευσης. Εδώ οι βουλευτές και οι ομότιμοι του Λουδοβίκου Φιλίππου βρέθηκαν αντιμέτωποι με μιαν ιερή φάλαγγα από νομιμόφρονες για τους οποίους πολλά ψηφοδέλτια του έθνους είχαν μεταβληθεί σε εισιτήρια για την πολιτική σκηνή. Οι βοναπαρτικοί αντιπρόσωποι του λαού ήταν πολύ αραιά σπαρμένοι και δε μπορούσαν να σχηματίσουν ένα ανεξάρτητο κοινοβουλευτικό κόμμα. Εμφανίζονταν μόνο σαν η mauvaise queue [10] του κόμματος της τάξης. Έτσι, λοιπόν, το κόμμα της τάξης κρατούσε στα χέρια του την κυβερνητική εξουσία, το στρατό και το νομοθετικό σώμα, με λίγα λόγια, ολόκληρη την κρατική δύναμη, ενώ είχε ενισχυθεί ηθικά από τις γενικές εκλογές, που παρουσίαζαν την κυριαρχία του σαν τη θέληση του λαού και από την ταυτόχρονη νίκη της αντεπανάστασης σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Ποτέ ένα κόμμα δεν ξεκίνησε για την εκστρατεία του με ισχυρότερα μέσα ή κάτω από καλύτερους οιωνούς.

Στην εθνοσυνέλευση οι ναυαγημένοι πούροι δημοκράτες λιγόστεψαν σε μια κλίκα από καμιά πενηνταριά ανθρώπους με τους στρατηγούς της Αφρικής – Καβαινιάκ, Λαμορσιέρ και Μπεντώ – επικεφαλής τους. Το μεγάλο όμως κόμμα της αντιπολίτευσης σχηματίστηκε από τους ορεινούς. Μ’ αυτό το κοινοβουλευτικό όνομα βαφτίστηκε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Διέθετε πάνω από 200 σε σύνολο 750 ψήφων της εθνοσυνέλευσης, και ήταν γι’ αυτό τουλάχιστο τόσο ισχυρό, όσο η καθεμιά από τις τρεις ομάδες του κόμματος της τάξης χωριστά παρμένη. Η σχετική μειοψηφία τους σε σύγκριση με το σύνολο του βασιλικού συνασπισμού φαινόταν ν’ αντισταθμίζεται από ειδικές συνθήκες. Οι εκλογές στους νομούς δεν είχαν δείξει μονάχα ότι είχαν αποκτήσει μια σημαντική επιρροή ανάμεσα στον αγροτικό πληθυσμό. Αριθμούσαν στις γραμμές τους όλους σχεδόν τους βουλευτές του Παρισιού. Ο στρατός εκδήλωσε τη δημοκρατική του πίστη με την εκλογή τριών υπαξιωματικών και ο αρχηγός των ορεινών, ο Λεντρύ – Ρολλέν, σε αντίθεση με όλους τους εκπροσώπους του κόμματος της τάξης, είχε ανυψωθεί σε κοινοβουλευτικό ευπατρίδη από τους πέντε νομούς που είχαν συγκεντρώσει τις ψήφους τους στο όνομά του. Μπρος στις αναπόφευκτες συγκρούσεις των βασιλικών μεταξύ τους και ολόκληρου του κόμματος της τάξης με το Βοναπάρτη, οι ορεινοί φαίνονταν πως συγκέντρωναν στις 28 του Μάη 1849 όλα τα στοιχεία της επιτυχίας. Δεκαπέντε μέρες αργότερα τα είχανε χάσει όλα, μαζί και την τιμή.

Πριν παρακολουθήσουμε παραπέρα την κοινοβουλευτική ιστορία, είναι αναγκαίες μερικές παρατηρήσεις για να αποφύγουμε τις συνηθισμένες παρανοήσεις για το συνολικό χαρακτήρα της εποχής που έχουμε να εξετάσουμε. Σύμφωνα με τις απόψεις των δημοκρατικών, όπως στην περίοδο της συντακτικής, έτσι και στην περίοδο της νομοθετικής εθνοσυνέλευσης πρόκειται για το ίδιο ζήτημα, για την απλή πάλη ανάμεσα στους δημοκρατικούς και τους βασιλικούς. Μα το ίδιο το κίνημα οι δημοκρατικοί το συνοψίζουν σε ένα σύνθημα: «αντίδραση» – νύχτα, όπου δηλ. όλες οι γάτες φαίνονται γκρίζες και όπου τους επιτρέπεται να επαναλαμβάνουμε τις κοινοτοπίες τους σαν νυχτοφύλακες. Και βέβαια, στην πρώτη ματιά, το κόμμα της τάξης φαίνεται σαν ένα κουβάρι από διάφορες βασιλικές ομάδες, που όχι μόνον η μια ραδιουργεί σε βάρος της άλλης για να φέρει στο θρόνο το δικό της μνηστήρα και για να αποκλείσει το μνηστήρα της αντίθετης ομάδας, ένα κουβάρι από διάφορες βασιλικές ομάδες που όμως ταυτόχρονα ενώνονται όλες μαζί στο κοινό μίσος και στις κοινές επιθέσεις τους ενάντια στη «δημοκρατία». Το κόμμα της τάξης φαίνεται συνεχώς απασχολημένο με μια «αντίδραση», που ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο απ’ ότι γίνεται στην Πρωσία, στρέφεται ενάντια στον τόπο, την οργάνωση κλπ., και που, όπως στην Πρωσία, πραγματοποιείται με βάναυσες αστυνομικές επεμβάσεις της γραφειοκρατίας, της χωροφυλακής και των δικαστηρίων. Και οι «ορεινοί», με τη σειρά τους είναι επίσης συνεχώς απασχολημένοι να αποκρούσουν αυτές τις επιθέσεις και να υπερασπίζουν έτσι τα «αιώνια δικαιώματα του ανθρώπου» όπως εδώ κι ενάμιση αιώνα κάνει λίγο – πολύ κάθε λεγόμενο λαϊκό κόμμα. Αν όμως εξετάσουμε από πιο κοντά την κατάσταση και τα κόμματα, εξαφανίζεται αυτή η επιφανειακή όψη, που καλύπτει την πάλη των τάξεων και την ιδιόμορφη φυσιογνωμία αυτής της περιόδου.

Οι νομιμόφρονες και οι ορλεανικοί αποτελούσαν όπως είπαμε, τις δυο μεγάλες ομάδες του κόμματος της τάξης. Τι κρατούσε αυτές τις ομάδες δεμένες στους μνηστήρες τους και σε διάσταση μεταξύ τους; Μήπως ο κρίνος και η τρίχρωμη σημαία, ο οίκος των Βουρβόνων και ο οίκος της Ορλεάνης, οι διάφορες αποχρώσεις του βασιλισμού, η ομολογία πίστεως στο βασιλισμό γενικά; Στο καθεστώς των Βουρβόνων κυβερνούσε η μεγάλη γαιοκτησία με τους παπάδες και τους λακέδες της, και στο καθεστώς των Ορλεανών κυβερνούσαν η μεγάλη αριστοκρατία του χρήματος, η μεγάλη βιομηχανία, το μεγάλο εμπόριο, δηλ. το κεφάλαιο με την ακολουθία του από δικηγόρους, καθηγητές και ρήτορες. Η νόμιμη μοναρχία δεν ήταν παρά η πολιτική έκφραση της κληρονομικής κυριαρχίας των αφεντάδων της γης, το ίδιο όπως η μοναρχία του Ιούλη δεν ήταν παρά η πολιτική έκφραση της κυριαρχίας που σφετερίστηκαν οι αστοί νεόπλουτοι. Εκείνο λοιπόν που κρατούσε χωρισμένες τις δυο ομάδες δεν ήταν οι δήθεν αρχές τους, ήταν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους, δυο διαφορετικά είδη ιδιοκτησίας, ήταν η παλιά αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και στη γαιοκτησία. Και ποιος αρνείται ότι συνάμα παλιές αναμνήσεις, προσωπικές έχθρες, φόβοι και ελπίδες, προλήψεις και αυταπάτες, συμπάθειες και αντιπάθειες πεποιθήσεις, άρθρα πίστεως και αρχές, τους έδεναν με τον έναν ή με τον άλλο βασιλικό οίκο; Πάνω στις διάφορες μορφές της ιδιοκτησίας, πάνω στις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξης υψώνεται ένα ολόκληρο εποικοδόμημα από διαφορετικά και με ιδιαίτερο τρόπο διαμορφωμένα αισθήματα, αυταπάτες, νοοτροπίες και αντιλήψεις για τη ζωή. Ολόκληρη η τάξη τις δημιουργεί και τις διαμορφώνει σύμφωνα με τη δική της υλική βάση και σύμφωνα με τις αντίστοιχες κοινωνικές σχέσεις. Το ξεχωριστό άτομο που τις δέχεται με την παράδοση και την εκπαίδευση, μπορεί να φαντάζεται πως αποτελούν τις πραγματικές καθοριστικές αιτίες και την αφετηρία της δράσης του. Αν οι ορλεανικοί και οι νομιμόφρονες, αν κάθε μερίδα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της και τους άλλους πώς εκείνο που τους χωρίζει είναι η προσήλωσή τους στους δυο βασιλικούς οίκους, τα γεγονότα απέδειξαν αργότερα πως αντίθετα, εκείνο που εμπόδιζε την ένωση των δυο βασιλικών οίκων ήταν τα διχασμένα συμφέροντά τους. Και όπως στην ιδιωτική ζωή κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που ένας άνθρωπος λέει ή σκέπτεται για τον εαυτό του και σε εκείνο που πραγματικά είναι και κάνει, έτσι ακόμα πιο πολύ πρέπει στους ιστορικούς αγώνες να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στα λόγια και τις δοξασίες των κομμάτων και στον πραγματικό τους οργανισμό και τα πραγματικά τους συμφέροντα, ανάμεσα σε εκείνο που φαντάζονται και σε εκείνο που πραγματικά είναι. Οι ορλεανικοί και οι νομιμόφρονες βρέθηκαν πλάι – πλάι στη δημοκρατία με τις ίδιες αξιώσεις. Αν κάθε πλευρά ήθελε να επιβάλει την παλινόρθωση του δικού της βασιλικού οίκου ενάντια στην άλλη, αυτό δε σήμαινε τίποτα άλλο εκτός από το γεγονός ότι τα δυο μεγάλα συμφέροντα που διαιρούσαν την αστική τάξη – η γαιοκτησία και το κεφάλαιο – προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν το καθένα τη δική του υπεροχή και την υποταγή του άλλου. Μιλάμε για δυο συμφέροντα της αστικής τάξης, γιατί η μεγάλη γαιοκτησία, παρ’ όλη τη φεουδαρχική της κοκεταρία και τη φυλετική της αλαζονεία, είχε ολότελα αστικοποιηθεί με την ανάπτυξη της νεότερης κοινωνίας. Έτσι οι τόριδες* στην Αγγλία φαντάζονταν για πολύ καιρό πως λατρεύανε τη βασιλεία, την εκκλησία και τις ομορφιές του παλιού αγγλικού συντάγματος, ως την ημέρα που ο κίνδυνος τους απόσπασε την ομολογία πώς εκείνο που λάτρευαν ήταν μόνο η γαιοπρόσοδος.

Οι συνασπισμένοι βασιλικοί ραδιουργούσαν ο ένας ενάντια στον άλλο, στο Τύπο, στο Έμς, στο Κλαρεμόν, έξω από το κοινοβούλιο. Πίσω από τα παρασκήνια ξαναφορούσαν τις παλιές τους ορλεανικές και νομιμόφρονες λιβρέες και ξαναρχίζανε τις παλιές τους κονταρομαχίες. Αλλά στη δημόσια σκηνή, στις μεγάλες δημόσιες πράξεις τους σαν ένα μεγάλο κοινοβουλευτικό κόμμα, ξεφορτωνόταν ή κάθε βασιλική ομάδα το δικό της βασιλικό οίκο με απλές αποκλίσεις και αναβάλανε επ’ αόριστον την παλινόρθωση της μοναρχίας. Διεκπεραιώνουν τις πραγματικές τους υποθέσεις σαν κόμμα της τάξης, δηλ. κάτω από κοινωνικό και όχι κάτω από πολιτικό τίτλο, σαν αντιπρόσωποι της αστικής παγκόσμιας τάξης και όχι σαν ιππότες που συνοδεύουν περιπλανώμενες πριγκίπισσες, σαν αστική τάξη ενάντια σε άλλες τάξεις, όχι σαν βασιλικοί ενάντια σε δημοκρατικούς. Και σαν κόμμα της τάξεως ασκούσαν πάνω στις άλλες τάξεις της κοινωνίας μια πιο απεριόριστη και πιο σκληρή κυριαρχία απ’ ότι γινόταν προηγούμενα, στην εποχή της παλινόρθωσης ή της μοναρχίας του Ιούλη, μια κυριαρχία που ήταν γενικά δυνατή μόνο με τη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γιατί μόνο κάτω απ’ αυτή τη μορφή μπορούσαν να ενωθούν σε δυο μεγάλες μερίδες της γαλλικής αστικής τάξης και να βάλουν έτσι στην ημερήσια διάταξη την κυριαρχία της τάξης τους αντί του καθεστώτος μιας προνομιούχας ομάδας της. Και αν, παρ’ όλα αυτά, σαν κόμμα της τάξης, έβριζαν τη δημοκρατία κι εκφράζανε την αποστροφή τους προς αυτήν, αυτό δε γινόταν μόνο από βασιλικές αναμνήσεις. Το ένστικτό τους τους υπαγόρευε, ότι η δημοκρατία ολοκληρώνει βέβαια την πολιτική τους κυριαρχία μα ταυτόχρονα υπονομεύει την κοινωνική τους βάση, μια και τώρα είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τις υπόδουλες τάξεις και να αγωνιστούν εναντίον τους δίχως μεσολάβηση, δίχως το προπέτασμα που τους εξασφαλίζει το στέμα, δίχως να μπορούν να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον του έθνους με δευτερεύοντες αγώνες αναμεταξύ τους και ενάντια στη βασιλική εξουσία. Ήταν ενα αίσθημα αδυναμίας, που τους έκανε να τρέμουν μπροστά στους ξεκάθαρους όρους της δικής τους ταξικής κυριαρχίας και να νοσταλγούν τις λιγότερο τέλειες και αναπτυγμένες και συνεπώς λιγότερο επικίνδυνες μορφές αυτής της κυριαρχίας. Αντίθετα, κάθε φορά που οι συνασπισμένοι βασιλικοί έρχονται σε σύγκρουση με τον αντίπαλο μνηστήρα, με το Βοναπάρτη, κάθε φορά που νομίζουν ότι κινδυνεύει η κοινοβουλευτική παντοδυναμία τους από την εκτελεστική εξουσία, κάθε φορά λοιπόν που αναγκάζονται να βγάλουν στη φόρα τον πολιτικό τίτλο της κυριαρχίας τους, εμφανίζονται όλοι τους σαν δημοκρατικοί και όχι σαν βασιλικοί, αρχίζοντας από τον ορλεανικό Θιέρσο που προειδοποιούσε την εθνοσυνέλευση ότι η δημοκρατία τη χώριζε λιγότερο, και τελειώνοντας με το νομιμόφρονα Μπερρυέ που στις 2 του Δεκέμβρη 1851 ζωσμένος με την τρίχρωμη ταινία, προσφωνούσε σαν δημεγέρτης και στο όνομα της δημοκρατίας το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί μπροστά στη δημαρχία του δεκάτου διαμερίσματος του Παρισιού. Και η ηχώ του απαντούσε κοροϊδευτικά Ερρίκος Ε΄. Ερρίκος Ε΄!

Ενάντια στο συνασπισμό της αστικής τάξης συγκροτήθηκε ένας συνασπισμός από μικροαστούς και εργάτες, το λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι μικροαστοί έβλεπαν πως δεν είχαν αμειφθεί καλά ύστερα από τις μέρες του Ιούνη 1848, έβλεπαν ότι κινδύνευαν τα υλικά τους συμφέροντα και έβλεπαν να διαμφισβητούνται από την αντεπανάσταση οι δημοκρατικές εγγυήσεις που θα τους εξασφάλιζαν την επιβολή αυτών των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό πλησιάσανε τους εργάτες. Από την άλλη μεριά, η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση, οι ορεινοί, που είχαν παραμεριστεί στο διάστημα της δικτατορίας των αστών δημοκρατών, είχαν ξανακατακτήσει στο τελευταίο μισό της ζωής της συνταχτικής τη χαμένη τους δημοτικότητα χάρη στην πάλη της συντακτικής τη χαμένη τους δημοτικότητα χάρη στην πάλη τους ενάντια στο Βοναπάρτη και τους βασιλικούς υπουργούς. Είχαν κλείσει συμμαχία με τους σοσιαλιστές αρχηγούς. Το Φλεβάρη του 1849 πανηγύρισαν με συμπόσια τη συμφιλίωση. Καταρτίστηκε ένα κοινό πρόγραμμα, ιδρύθηκαν κοινές εκλογικές επιτροπές και υποβλήθηκαν κοινοί υποψήφιοι. Από τις κοινωνικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου αφαίρεσαν την επαναστατική τους αιχμή και τις έδωσαν μια δημοκρατική τροπή, από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις της μικροαστικής τάξης αφαίρεσαν την καθαρά πολιτική μορφή τους και έκαναν να ξεπροβάλει η σοσιαλιστική τους αιχμή. Έτσι γεννήθηκε η σοσιαλδημοκρατία. Οι νέοι ορεινοί, το αποτέλεσμα αυτού του συνδυασμού, εκτός από μερικούς κομπάρσους που προέρχονται από την εργατική τάξη και από μερικούς αιρετικούς σοσιαλιστές, περιλάβαιναν τα ίδια στοιχεία των παλιών ορεινών, αλλά σε μεγαλύτερο αριθμό. Στην πορεία όμως της εξέλιξης είχαν αλλάξει μαζί με την τάξη που αντιπροσώπευαν. Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της σοσιαλδημοκρατίας συνοψιζόταν γι’ αυτό στο γεγονός ότι τους δημοκρατικούς – ρεπουμπλικάνικους θεσμούς δεν τους ζητούσαν σαν μέσα για να καταργήσουν τα δυο αντίθετα άκρα, το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία, αλλά για να χαλαρώσουν την αντίθεσή τους και για να τη μετατρέψουν σε αρμονία. Όσο διαφορετικά μέτρα και αν προτείνονται για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, με όσο περισσότερο ή λιγότερο επαναστατικές έννοιες και αν τον στολίσουν, το περιεχόμενο μένει το ίδιο. Το περιεχόμενο αυτό είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο, αλλά ένας μετασχηματισμός μέσα στα μικροαστικά πλαίσια. Δεν πρέπει όμως να κάνει κανείς τη στενοκέφαλη σκέψη ότι η μικροαστική τάξη θα ήθελε κατ’ αρχήν να επιβάλει ένα εγωιστικό ταξικό συμφέρον. Αντίθετα, πιστεύει ότι οι ειδικοί όροι της απελευθέρωσής της είναι οι γενικοί όροι, που κάτω από αυτούς μόνο είναι δυνατό να σωθεί η σύγχρονη κοινωνία και να αποφευχθεί η πάλη των τάξεων. Το ίδιο, δεν πρέπει κανένας να φαντάζεται ότι οι δημοκρατικοί αντιπρόσωποι είναι όλοι τους μαγαζάτορες, ή ότι λαχταρούν να γίνουν μαγαζάτορες. Μπορεί εξαιτίας της μόρφωσής τους και της ατομικής θέσης τους, να απέχουν απ’ αυτούς όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Εκείνο που τους κάνει εκπρόσωπους των μικροαστών είναι ότι το μυαλό τους δε μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που οι ίδιοι οι μικροαστοί δεν ξεπερνάνε στη ζωή και ότι, συνεπώς, σπρώχνονται θεωρητικά προς τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες λύσεις, όπου το υλικό συμφέρον και η κοινωνική τους θέση σπρώχνει πρακτικά τους μικροαστούς. Αυτή είναι γενικά η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στους πολιτικούς και φιλολογικούς εκπροσώπους μιας τάξης προς την τάξη που εκπροσωπούν…